Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Αναζητώντας τον Άμλετ

Η Κοπεγχάγη σίγουρα δεν φημίζεται ως τουριστικός προορισμός. Δεν είναι, ας πούμε, η Βενετία ή το Παρίσι. Κι αν για να πάμε στη Νορβηγία, θελήσαμε πρώτα ένα σύντομο σταθμό στη Δανία, έχω την υποψία ότι το κάναμε μόνο και μόνο για το θλιμμένο βασιλόπουλο που αιώνες τώρα μας απευθύνει το ίδιο, αναπάντητο ερώτημα.

«Αν ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν επέστρεφε στη ζωή, θα ένιωθε πολύ άνετα στη σημερινή Κοπεγχάγη», γράφει ένας τουριστικός οδηγός. Και πραγματικά, σ’ αυτή τη μικρή (σε σχέση βέβαια με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες) ευσύνοπτη πόλη, ιδρυμένη όπως λέγεται από τον επίσκοπο Αβεσσαλώμ, το άγαλμα του οποίου δεσπόζει πάνω από την κύρια είσοδο του μεγαλοπρεπούς δημαρχείου, το 1107, δεν φαίνεται νά’ χουν αλλάξει πολλά πράγματα από την εποχή του Άντερσεν. Κτήρια, δημόσια και ιδιωτικά, αρκετά απ’ τα οποία χρονολογούνται απ’ τον 16ο αι., τότε που μεγάλο μέρος της πόλης σχεδιάστηκε και χτίστηκε από τον Χριστιανό Δ΄, παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα. Το Κρίστιανμπουργκ (έδρα σήμερα διαφόρων Υπουργείων και της Βουλής), το Ρόζενμπουργκ, το Αμαλίενμπουργκ (σημερινή βασιλική κατοικία), το κτήριο του Χρηματιστηρίου και πλήθος άλλα, σε μεταφέρουν στην ατμόσφαιρα καιρών αλλοτινών. Δεκάδες τα μουσεία της Κοπεγχάγης καλύπτουν κάθε είδος ανθρώπινης δραστηριότητας και κάθε ενδιαφέρον.

Διαλέγουμε απ’ όλα να επισκεφθούμε τη Γλυπτοθήκη Κάρλσμπεργκ. Επιχορηγούμενο από τη γνωστή, εθνική ζυθοποιία της Δανίας, το μουσείο αυτό, σ’ ένα κομψό κτήριο, μας αφήνει γεμάτους θαυμασμό για τον πλούτο και την άρτια έκθεση του περιεχομένου του. Αιγυπτιακά, Ρωμαϊκά και προπάντων Ελληνικά έργα γλυπτικής ελκύουν την προσοχή μας. Το κεντρικό χωλ μοιάζει σαν νά’χει μεταφερθεί κατευθείαν από την αρχαία Ρώμη. Αλλά εμείς σταματάμε πιο πολύ σε κάποια ταπεινότερα ελληνικά, κάποια επιτύμβια ανάγλυφα που με τις παραστάσεις και τις επιγραφές τους υμνούν τη ζωή και απαλύνουν τη θλίψη του θανάτου. Δεν λείπει όμως από τη Γλυπτοθήκη και η ζωγραφική: Βαν Γκογκ, Γκωγκέν, Μονέ, αλλά και σύγχρονοι Δανοί ζωγράφοι απαιτούν ασφαλώς μια πιο πολύωρη επίσκεψη από τη σύντομη δική μας.

Έξω η ζωντανή, σύγχρονη Κοπεγχάγη μας περιμένει. Ξεκινώντας απ’ την πλατεία του Δημαρχείου περιδιαβάζουμε για ώρες στο παλιό κέντρο της πόλης. Σ’ ένα καθιστό, μεγάλο άγαλμα του αγαπημένου τέκνου της Δανίας, του Άντερσεν, σκαρφαλώνουν παιδάκια, κάθονται στην αγκαλιά του, φωτογραφίζονται, έτοιμα λες ν’ ακούσουν τα παραμύθια του, που διακόσια χρόνια τώρα ζωντανεύουν στη φαντασία των παιδιών όλου του κόσμου. Λίγο πιο έξω, κοντά στο λιμάνι, καθισμένη σ’ ένα βραχάκι, μελαγχολικά ατενίζοντας το πέλαγος, η μικρή Γοργόνα του ελκύει τα πλήθη των τουριστών. Κι όσοι έχουν διαβάσει το σχετικό παραμύθι δεν μπορεί να μη σκεφτούν τη δύναμη της αγάπης: «Μόνο εάν ένα ανθρώπινο όν σε αγαπούσε τόσο που να σε θεωρεί κάτι παραπάνω από τον πατέρα του και τη μητέρα του, μόνο εάν σου αφιέρωνε την καρδιά και την ψυχή του… θα συμμετείχες στην ανθρώπινη ευτυχία».

Στον μακρύ πεζόδρομο (πάνω από ένα χιλιόμετρο) με το παράξενο να γραφτεί και ακόμα δυσκολότερο να προφερθεί όνομα (ένα σύμβολο που δεν υπάρχει στο λατινικό αλφάβητο και που συναντάμε συχνά στη Σκανδιναβία είναι το ο με μια λοξή ευθεία να το διασχίζει), περιδιαβάζουμε ώρα πολλή. Καταστήματα, μικρά μπαράκια, υπαίθριες καφετέριες, αλλά προπάντων τα ποικίλα happenings στη μέση του δρόμου μας μεταφέρουν σ’ ένα κόσμο αλλιώτικο, έξω απ’ την καθημερινότητα, σε μια διαρκή γιορτή. Εδώ μια ομάδα μουσικών κάνει την παράστασή της, εκεί δυο ασπροντυμένα ακίνητα ανθρώπινα αγάλματα περιμένουν τον οβολό των περαστικών, αλλού μια ολιγομελής μπάντα με «φρικιά» παρελαύνει τραβώντας την προσοχή πιο πολύ με το παράξενο ντύσιμο και χτένισμα παρά με τη μουσική, ό,τι φανταστεί κανείς μπορεί να δει!

Μ’ ένα ποτήρι μπύρα στο χέρι, αγορασμένη στο δρόμο (ένα απ’ τα κυριότερα προϊόντα της Δανίας δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ αυτό το πανηγύρι), αργοδιαβαίνουμε χαζεύοντας, ζούμε για λίγες έστω στιγμές έξω απ’ τις έγνοιες και τις μέριμνες του καθ’ ημέραν βίου. Είναι κι αυτό μια απ’ τις όχι μικρότερες απολαύσεις του ταξιδιού. Κάποιοι προτιμούν, αντί την περιδιάβαση στους δρόμους της Κοπεγχάγης, να πάρουν το τρένο και να «πεταχτούν» για καφέ στη Σουηδία! Ναι, μια γέφυρα ενώνει τις δυο χώρες, κι αν όχι για να γνωρίσουν τη γείτονα, αλλά μόνο και μόνο για νά’χουν αυτή την εμπειρία, κάποιοι συνταξιδιώτες παίρνουν τον καφέ τους στο Μάλμοε. «Δέσαμε την Ευρώπη», λέει η ξεναγός που μας έδωσε τη σχετική πληροφορία.

Φυσικά δεν μπορούσαμε να παραλείψουμε μια επίσκεψη στο φημισμένο πάρκο της Κοπεγχάγης, το Τίβολι. Φώτα, τεχνητές λίμνες, λουλούδια, εστιατόρια, μπυραρίες, δρομάκια περιπάτου, ορχήστρες, θέατρο παντομίμας και πλήθος άλλα, προσφέρουν μέρα και νύχτα, απ’ το τέλος του Απρίλη ώς τα μέσα του Σεπτέμβρη, από τότε που ιδρύθηκε το Τίβολι, το 1843, αναψυχή, ξεκούραση, διασκέδαση στον τεράστιο αυτό υπαίθριο χώρο. Νά’ναι άραγε γιατί είχαμε ακούσει και διαβάσει τόσα πολλά γι’ αυτό το μαγικό χώρο ψυχαγωγίας που δεν μας έκανε την εντύπωση που περιμέναμε; Ή γιατί δεν μπορέσαμε ν’ αποβάλουμε την ψυχολογία του ενήλικα και να χαρούμε σαν παιδιά;

Μα ήδη η σκέψη μας προτρέχει για τον επόμενο σταθμό. Είναι ένα ηλιόλουστο, φωτεινό πρωινό όταν ξεκινάμε για την Ελσινόρη, για μια επίσκεψη στο κάστρο που το στοιχειώνει αιώνες τώρα η μορφή του αιώνια νεαρού πρίγκιπα της Δανίας, του Άμλετ. Τίποτα δεν μας προετοιμάζει για τον όλο μυστήριο, σκοτεινό, όπως τον φανταζόμαστε, Πύργο του. Στη διαδρομή συναντάμε ολόκληρες οικογένειες που ποδηλατούν οδεύοντας στην εξοχή, πολλοί άλλοι έχουν ήδη κατασκηνώσει πλάϊ στη θάλασσα απολαμβάνοντας την όμορφη μέρα. Ταξιδεύουμε κατά μήκος της ακτής για αρκετή ώρα, προχωρώντας προς το βόρειο άκρο του Zeeland, του μεγαλύτερου από τα περίπου 500 νησιά απ’ τα οποία αποτελείται η Δανία. Εκεί, στο σημερινό Helsingor, τη μυθική Ελσινόρη, εκεί όπου η Τέχνη για άλλη μια φορά απέδειξε τη δύναμη της υπεροχής της έναντι της Ιστορίας.

Το ισχυρό φρούριο, το Κάστρο του Κρόνμπουργκ, οχυρωματικό έργο και κατοικία βασιλιάδων, είναι στη σκέψη όσων το επισκέπτονται μονάχα «ο Πύργος του Άμλετ». Κτισμένο στο πιο κοντινό προς τη Σουηδία σημείο (μόνο 4 χιλιόμετρα τη χωρίζουν), προορισμένο να ελέγχει το στενό, θαλάσσιο πέρασμα, να εισπράττει φόρους και να προστατεύει τη χώρα, έγινε για αρκετά χρόνια βασιλική κατοικία, στρατώνας και τώρα είναι μόνο μουσείο, ένα μοναδικό δείγμα αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής, που από το 2000 η Ουνέσκο περιέλαβε στα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Περνάμε τη γέφυρα της τάφρου, μπαίνουμε από την επιβλητική κύρια είσοδο, τριγυρνάμε στις αυλές, ξεναγούμαστε στο παρεκκλήσι, ανεβοκατεβαίνουμε σκάλες, διασχίζουμε διαδρόμους, βλέπουμε την αίθουσα ακροάσεων, το διαμέρισμα της βασίλισσας, θαυμάζουμε τις ταπισερί και προσπαθούμε να φανταστούμε αυτή την τεράστια αίθουσα χορού, τη μεγαλύτερη στη βόρεια Ευρώπη (62×12 μ.), γεμάτη από τους ήχους της μουσικής και τον κόσμο που θα την πλημμύριζε, αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν συγκρατεί για πολύ τη σκέψη μας. Ο νεαρός, βασανισμένος Δανός πρίγκιπας, φανταστικό αλλά πιο πραγματικό απ’ όλα τα ιστορικά πρόσωπα που έζησαν εδώ μέσα, κυριαρχεί στη σκέψη μας. Κανένας βασιλιάς Έρικ, κανένας Φρειδερίκος ή Χριστιανός, καμιά βασίλισσα Σοφία ή Μαργαρίτα που καθένας τους κάτι άφησε σ’ αυτό το κάστρο-παλάτι δεν μπορεί να νικήσει την εικόνα του μελαγχολικού Άμλετ που περπατάει σ’ αυτές τις αυλές, σ’ αυτά τα δωμάτια, δυστυχής και συλλογισμένος: «Να ζει κανείς ή να μη ζει;» Το αιώνιο ερώτημα της ύπαρξης λες και πλανάται ακόμα στον αέρα του κάστρου, παρασύροντάς μας μαζί του, παρά την ηλιόφωτη μέρα που περιλούζει το τοπίο, στα σκοτεινά βάθη και πάθη της ψυχής…

Η μικρή, ήσυχη πόλη, η Ελσινόρη, που απλώνεται στα πόδια του Κάστρου, μας φιλοξενεί για λίγο. Τριγυρίζουμε στα λιθόστρωτα δρομάκια, καθόμαστε για ένα καφέ. Είναι όμως Κυριακή, τα πάντα κλειστά, δεν μπορούμε να τη γνωρίσουμε όσο θα θέλαμε.

Το κατακάθι της θλίψης που μας πλημμυρίζει, όπως συνήθως συμβαίνει όταν κάτι ωραίο τελειώνει, το μετριάζει η προσδοκία του επόμενου ταξιδιωτικού σταθμού που θα είναι η γειτονική Νορβηγία.

Σχολιάστε το άρθρο

  • «Αναγνώστρια» μου έδωσες έναν ακόμη λόγο να θέλω να επισκεφθώ την Κοπεγχάγη και τώρα πια, και την Ελσινόρη.

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.