Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Νορβηγία

Θελήσαμε κάποιο καλοκαίρι ν’ αναπλεύσουμε τα φιόρδ, ορμητήρια κάποτε των σκληροτράχηλων Βίκινγκς, να δούμε πώς είναι σήμερα η χώρα που η φτώχεια της μνημειώθηκε από τον Κνουτ Χάμσουν στην εφιαλτική «Πείνα», ν’ ακούσουμε τους ψίθυρους του δάσους και το ρόχθο των νερών που τραγούδησε με τη μουσική του ο Γκρηγκ, να κουβεντιάσουμε με ανθρώπους απόγονους ίσως αυτών που μας έγιναν οικείοι μέσα απ’ τα δράματα του Ίψεν. Δανία και Νορβηγία. Αυτές οι δυο χώρες υπήρξαν ο προορισμός εκείνου του ταξιδιού.

Αποχαιρετάμε τη χώρα του Άντερσεν και του Άμλετ χωρίς πολλή θλίψη. Η φαντασία ήδη προτρέχει στην ομορφιά και τη μαγεία των πολυδιαφημισμένων φιόρδ της Νορβηγίας που μας περιμένουν. Το πλοίο που μας πάει από την Κοπεγχάγη στο Όσλο κάθε άλλο βέβαια παρά με πλοίο των Βίκινγκς μοιάζει. Τεράστιο, ενδεκαώροφο, μας προσφέρεται σαν ένα πλωτό ξενοδοχείο που απρόθυμα αποχωριζόμαστε. Στο Όσλο δεν σταματάμε καθόλου. Θα το δούμε στην επιστροφή μας, μετά τη μικρή περιήγηση σε μέρος της Νορβηγίας και τριήμερη παραμονή στο Μπέργκεν.

Όλοι όσοι επισκέφθηκαν τη Νορβηγία μας έλεγαν ότι είναι μια πολύ όμορφη χώρα. Καμιά όμως περιγραφή δεν ανταποκρινόταν στη μαγεία αυτού που γνωρίσαμε. Δεν είναι μόνο το πράσινο, τα δάση, τα βουνά, η ηρεμία στην ατμόσφαιρα, ο γλυκός, ανοιξιάτικος σχεδόν καιρός. Είναι προπάντων το νερό. Το συναντάς συνεχώς, πλάι, μπροστά σου, ταξιδεύεις δίπλα του ή το διασχίζεις και δεν ξέρεις αν αυτό που βλέπεις είναι λίμνη, θάλασσα ή ποταμός. Εδώ καταρράκτες πέφτουν από ψηλά, εκεί για ώρα ταξιδεύεις πλάι σε μια ακίνητη, υδάτινη επιφάνεια που μέσα της καθρεφτίζονται δέντρα, σπίτια, βουνά κι αυθόρμητα μια ευχαριστήρια προσευχή ανεβαίνει στη σκέψη: «Ευχαριστώ, Θεέ μου, που βλέπω». Δεν υπάρχει ίσως πιο πετυχημένη έκφραση για τη Νορβηγία απ’ αυτήν που η φίλη ποιήτρια κατέγραψε: «Η Νηρηίδα χώρα».

Μπέργκεν

«Μας κατηγορούν ότι στο Μπέργκεν βρέχει 365 μέρες το χρόνο», μας πληροφορεί ο ξεναγός μας, «αλλά αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Βροχή έχουμε μόνο 360 μέρες!» Βρέχει, βρέχει, βρέχει. Βρέχει καταρρακτωδώς ενώ τριγυρίζουμε στη φημισμένη ιχθυαγορά του Μπέργκεν, βρέχει ασταμάτητα όταν οδηγούμαστε σε μια φάρμα για να γνωρίσουμε κάποια απ’ τα έθιμα της περιοχής, ψιλοβρέχει ενώ περιδιαβάζουμε στην προκυμαία και μόνο κάποια διαλείμματα ενός γλυκού, φθινοπωρινού καιρού χωρίς βροχή ζήσαμε στο Μπέργκεν. Όμως δεν μπορώ να πω ότι δυσαρεστηθήκαμε ιδιαίτερα. Εμείς οι διψασμένοι για νερό μεσογειακοί δεχόμαστε τη νορβηγική βροχή σαν μια ευχάριστη αλλαγή από τον καύσωνα που αφήσαμε πίσω μας και που ξέρουμε ότι μας αναμένει στο γυρισμό.

Γνωστό, παλιό λιμάνι, εμπορικό κέντρο ήδη από τον 11ο αι., το Μπέργκεν κρατάει κάτι από εκείνη την παλιά γοητεία στην ατμόσφαιρά του. Μια σειρά ξύλινα σπίτια με την ψηλή, τριγωνική απόληξη της στέγης τους, παμπάλαιες αποθήκες των εμπόρων, σήμερα στεγάζουν μπαράκια, καφέ, μαγαζάκια και γκαλερί. Είναι η πιο χαρακτηριστική γωνιά της όμορφης πόλης, μέρος της Παγκόσμιας Πολιτιστικής κληρονομιάς στον κατάλογο της Ουνέσκο.

Σ’ ένα μικρό προάστιο λίγο έξω από το Μπέργκεν, στο Τρολτχάουγκεν, βρίσκεται το σπίτι όπου έζησε ο μεγάλος μουσουργός, ο Έντβαρτ Γκρηγκ. Διασχίζοντας πεζοί ένα πανέμορφο δρομάκι, μέσα από πυκνή βλάστηση, δέντρα άγνωστα σε μας, φιλύρες, οξιές, φλαμουριές, με το ψιλοβρόχι να μας συνοδεύει αδιάκοπα, φτάνουμε στο μικρό, ξύλινο σπίτι, τελευταία κατοικία του συνθέτη. Τριγυρίζουμε στα δωμάτια τα γεμάτα από τα ενθυμήματά του, ακούμε για τη ζωή του, μεταφερόμαστε νοερά κάπου ένα αιώνα πίσω, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα πώς αυτό το περιβάλλον επηρέασε τη δημιουργία του κι είναι σίγουρο πως κάθε φορά που θ’ ακούμε τον Πέερ Γκύντ, ενθύμιο πολύτιμο της επίσκεψής μας, η σκέψη μας θα γυρίζει νοσταλγικά σ’ αυτή την ειδυλλιακή γωνιά της Νορβηγίας.

Τα φιόρδ

Αλληλένδετα με τη Νορβηγία, στη σκέψη κάθε επισκέπτη της είναι δίχως άλλο τα φιόρδ, οι θαλασσινοί αυτοί βραχίονες που εισχωρούν βαθιά στη ξηρά. Κι άλλες χώρες διαθέτουν φιόρδ, καμιά όμως το πλήθος, το μέγεθος, την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια των νορβηγικών φιόρδ. Και πουθενά αλλού τα φιόρδ δεν επηρέασαν όχι μόνο την καλλιτεχνική έμπνευση αλλά και την ψυχολογία ολόκληρου του λαού. Κάποτε στάθηκαν τα ορμητήρια των Βίκινγκς που διασχίζοντάς τα έφταναν στη θάλασσα, φόβος και τρόμος των γειτονικών λαών. Για άλλους, όπως για τον Ίψεν, τα φιόρδ τους απομόνωναν κι όχι λίγες απ’ τις ηρωίδες του μεγάλου δραματουργού εκφράζουν το αίσθημα του αποκλεισμού και της αποξένωσης που τους δημιουργούν αυτά τα θαλασσινά ποτάμια. Όλη η δυτική ακτή της Νορβηγίας σαν δαντέλα στολίζεται από τα φιόρδ.

Το πιο μεγάλο είναι το Sognefjord, στα βόρεια του Μπέργκεν. Για 200 περίπου χιλιόμετρα και με βάθος που φτάνει τα 1300 μ., εισχωρεί από τη δυτική ακτή, προχωρώντας ανατολικά στο εσωτερικό της χώρας. Σε πολλά σημεία το τεράστιο φιόρδ διακλαδίζεται σαν ένα ποτάμι με τους παραποτάμους του. Διαπλέουμε ένα μικρό μέρος του, μια διαδρομή λίγων χιλιομέτρων για την εμπειρία αυτού του μοναδικού θαύματος της φύσης. Από το Gudvangen παίρνουμε το πλοίο που θα μας αποβιβάσει σε δυο περίπου ώρες στο Flam. Το θέαμα είναι πραγματικά μαγευτικό. Δεξιά κι αριστερά οι ακτές, βουνά, πρασινάδα, καταρράκτες, κάπου στο βάθος χιονισμένες κορυφές. Κάποτε σου φαίνεται πως ταξιδεύεις στην ανοιχτή θάλασσα, αλλού το πλοίο προχωρεί ανάμεσα σε πιο στενό πέρασμα, μπορείς να διακρίνεις τα χωριά, τα σπίτια που σκαρφαλωμένα στο βουνό κατεβαίνουν χαμηλά ίσαμε το νερό…

Μιλάμε για χωριά, μα κάποτε δεν είναι παρά μόνο μια χούφτα σπιτάκια με καμιά εκατοστή ή και λιγότερους κατοίκους. Πώς να ζουν άραγε αυτοί οι άνθρωποι μέσα σ’ αυτή την απομόνωση; Πίσω τους εμπόδιο με το εσωτερικό το βουνό, μπροστά τους η θάλασσα, συντροφιά τους η φύση, τα ζώα τους (κάπου-κάπου διακρίνουμε κάποιες κατσίκες) πώς άραγε αισθάνονται; Μια διαρκή ανία και μελαγχολία ή μήπως αυτοί βρήκαν την ηρεμία και την ψυχική γαλήνη που μάταια εμείς αναζητούμε μέσα στην τύρβη και το άγχος της δικής μας πολυάσχολης ζωής; Ποιος ξέρει…

Λάερνταλ

Αποβιβαζόμενοι στο Flam παίρνουμε και πάλι το πούλμαν και περνώντας το μεγαλύτερο τούνελ της Νορβηγίας μήκους 24 χμ. φτάνουμε στο Λάερνταλ. Απ’ τις πιο όμορφες αναμνήσεις του νορβηγικού ταξιδιού θα παραμείνει δίχως άλλο η βραδιά που περάσαμε εκεί. Μια μικρή πόλη, χωριό θα ‘λεγα καλύτερα, σταθμός στην πορεία μας από το Μπέργκεν στο Όσλο. Κτισμένο σε μια κοιλάδα πάνω στο φιόρδ, μ’ ένα ασφαλισμένο λιμάνι, με τους παλιούς δρόμους να διασχίζουν την κοιλάδα, υπήρξε σημαντικό κέντρο εμπορίου και επικοινωνίας μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής Νορβηγίας. Πολλά από τα σπίτια του είναι πάνω από εκατό χρονών, μερικά πάνε πίσω στα 1750. Όλο το χωριό θεωρείται μια πολιτιστική κληρονομιά, προστατευμένη απ’ τις τοπικές αρχές και μια τοπική εθελοντική οργάνωση.

Είναι ένα ήρεμο, ηλιόλουστο (σπάνιο για τη Νορβηγία) απόγευμα. Ένα απόγευμα που θα κρατήσει ίσαμε τις 10-11 το βράδυ. Περπατάμε αργά απολαμβάνοντας αυτή την ηρεμία που χωρίς να το θέλεις σου επιβάλλεται από την ίδια την ατμόσφαιρα, απ’ τα κλειστά, ομοιόμορφα, ξύλινα σπίτια με τους λουλουδισμένους κήπους, απ’ την απουσία κίνησης και ζωής, απ’ τα ήρεμα νερά που δεν ξέρεις αν είναι λίμνη, ποτάμι ή θάλασσα. Πλάι τους ένας υπαίθριος κατασκηνωτικός χώρος. Τροχόσπιτα με όμορφα κουρτινάκια στα παράθυρά τους, κόσμος που απολαμβάνει ήρεμα το δείπνο του. Καμιά φωνή, κανένας εκνευρισμός, ούτε καν οι συνηθισμένες φωνές των παιδιών. Καθαριότητα, τάξη, ηρεμία τόσο που καταντάει αφύσικα παράξενη σε σχέση με τη δική μας κουλτούρα, με το δικό μας τρόπο ζωής.

Το ξενοδοχείο μας, που λειτουργεί από το 1850, προσθέτει τη δική του μαγεία στη μοναδική αυτή βραδιά. Με σαλόνια επιπλωμένα με έπιπλα αιώνων περασμένων, με άσπιλα, λευκά, κεντητά τραπεζομάντιλα που διστάζεις να τ’ ακουμπήσεις, με την καφετιέρα και τη τσαγιέρα έτοιμες, θα ‘λεγες για τους ενοίκους μιας άλλης εποχής, με το σεμνό πιανίστα να σκορπάει νότες μιας νοσταλγικής μελωδίας, σου φαίνεται σαν ένα σκηνικό εξωπραγματικό, που δεν είναι για σένα, τον τουρίστα του 21ου αι.

Κάποτε λέω πως τέτοιες βραδιές θα ‘πρεπε να ‘ναι περισσότερες στη ζωή μας. Κι ύστερα πάλι σκέφτομαι πως η μαγεία αυτού του τόσο λίγου, του τόσο σύντομου διαλείμματος, ίσως να διαλυόταν αν είχε πιότερη διάρκεια.

Όσλο

Τελευταίος σταθμός του ταξιδιού μας το Όσλο. Είναι μια όμορφη, μισού εκατομμυρίου πόλη, κτισμένη κι αυτή (πού αλλού;) πλάι στο νερό, στο ομώνυμο, μικρό φιόρδ. Γεμάτη με πάρκα, με έργα τέχνης να κοσμούν δρόμους και πλατείες, μνημεία, μουσεία κι εκδηλώσεις, μπορεί να σε αιχμαλωτίσει για μέρες.

Ανεβοκατεβαίνουμε άπειρες φορές τον εκτεταμένο κεντρικό της δρόμο, την οδό Carl-Johan. Στο βάθος το παλάτι. Ένα παλάτι με ανοιχτούς τους κήπους στους περαστικούς, ένα παλάτι-σπίτι απλώς του βασιλιά της χώρας. Εκεί δέχεται το χαιρετισμό της μεγάλης παρέλασης την ημέρα της ανεξαρτησίας της Νορβηγίας που γιορτάζεται με λαμπρότητα στις 17 του Μάη. Όλη η χώρα ντύνεται στα χρώματα της νορβηγικής σημαίας, κόκκινο, μπλε και άσπρο, ο εθνικός ύμνος αντηχεί παντού, ενώ η παρέλαση γίνεται μόνο από παιδιά, κάπου 60 χιλιάδες μαθητές. Σ’ αυτή την ειρηνική χώρα που η ηρεμία της φύσης λες και μεταδόθηκε στο χαρακτήρα των κατοίκων, στη χώρα όπου κάθε χρόνο γίνεται η απονομή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης (κατ’ εξαίρεση από τα άλλα Νόμπελ που δίνονται στη Σουηδία), η παρέλαση δεν θα μπορούσε να είναι στρατιωτική. Κι αναλογιζόμαστε πόσο πιο όμορφος θα ήταν ο κόσμος μας, αν σ’ όλες τις χώρες, αντί όπλα και τανκ, παρήλαυναν γελαστά και χαρούμενα παιδικά πρόσωπα…

Μεγάλο τμήμα της οδού Karl-Johan είναι πεζόδρομος. Καταστήματα με ελκυστικό περιεχόμενο και προκλητικές τιμές (μπορεί να είναι η πιο ακριβή χώρα της Ευρώπης η Νορβηγία, αλλά οι εκπτώσεις είναι πραγματικές εκπτώσεις), happenings στη μέση του δρόμου, υπαίθριες καφετέριες και μπιραρίες, τεράστια βιβλιοπωλεία, απέραντα μουσικά καταστήματα, δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις να δεις και να εξερευνήσεις.

Καθόμαστε για λίγο στο περίφημο Grand café, όπου σύχναζε ο Ίψεν. Ο θρύλος και η φήμη του ακόμα ζωντανά. «Να, σ’ εκείνο εκεί το τραπέζι καθόταν, κοντά στο παράθυρο, να βλέπει την κίνηση του δρόμου», προθυμοποιείται να μας πληροφορήσει ο ευγενικός σερβιτόρος μόλις πρόφερα το όνομα του μεγάλου δραματουργού. «Ερχόταν ακριβώς στις δώδεκα το μεσημέρι. Με τόση ακρίβεια ώστε οι φοιτητές μπορούσαν να σταθούν απ’ έξω και να ρυθμίσουν τα ρολόγια τους!» Στο βάθος της καφετέριας-εστιατορίου μας δείχνει μια μεγάλη τοιχογραφία που στο άκρο της διακρίνεται ο Ίψεν να μπαίνει στο εστιατόριο. Όλα εδώ μέσα στην πεντακάθαρη, ήρεμη κι ευγενική ατμόσφαιρα θυμίζουν εκείνον που καθοριστικά επηρέασε τη σύγχρονη δραματουργία, λες και μόλις χτες πέρασε απ’ εδώ κι ας συμπληρώνονται σε λίγο 100 χρόνια από το θάνατό του.

Λίγο πιο κάτω είναι το σπίτι όπου έζησε τα τελευταία του χρόνια. Το γραφείο, το υπνοδωμάτιο, προσωπικά αντικείμενα και οι ιδιορρυθμίες ενός εξαιρετικού πνεύματος απλώνονται μπροστά μας, ενώ η σκέψη μας ανατρέχει στους ήρωες και τις ηρωίδες του, στα πάθη και τις συγκρούσεις της ανθρώπινης ψυχής, στα ανέφικτα ιδανικά που όλοι κυνηγάμε, στον αγώνα για προσωπική ευτυχία και ολοκλήρωση.

Και η εξερεύνηση του Όσλο συνεχίζεται. Κάτω από μια συνεχή, καταρρακτώδη και ορμητική βροχή που όσο πάει και δυναμώνει, τέτοια που πολύ σπάνια βλέπουμε εδώ στην Κύπρο, φτάνουμε στο πάρκο Φρόγκνερ, το πάρκο που φιλοξενεί τα γλυπτά του Νορβηγού γλύπτη Βίγκελαντ. Ακούγεται κάπως κοινότυπη η φράση «τα γλυπτά του Βίγκελαντ». Μόνο όποιος τα δει από κοντά, όποιος σκύψει με αγάπη κι ενδιαφέρον πάνω στα 192 έργα με τις πάνω από 600 μορφές, μοναχικές ή σε συμπλέγματα μπορεί να εννοήσει τι σημαίνει η φράση. Η Νορβηγίδα ξεναγός, με το αδιάβροχο και την ομπρέλα της, συνεχίζει με περισσή αγάπη τη ξενάγηση, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Από τους σαράντα που την ακολουθούμε αρχικά μένουμε στο τέλος μόνο οχτώ. «It’s only water”, μας λέει ατάραχη, όταν οι περισσότεροι τρέχουν να προστατευτούν στο λεωφορείο, εγκαταλείποντας την ξενάγηση, που άξιζε πράγματι τον κόπο και… το νερό.

Η περίπτωση του Βίγκελαντ (1869-1943) είναι μια επιβεβαίωση της δύναμης του ταλέντου και του μυστηρίου της ύπαρξής του. Από μια γενιά γεωργών, από ένα αυστηρό Προτεστάντη, ξυλουργό πατέρα, από μια φτωχή οικογένεια, χωρίς συστηματική πανεπιστημιακή μόρφωση, σχεδόν αυτοδίδακτος, μπόρεσε να δώσει διέξοδο στο ταλέντο του και να δημιουργήσει τα μοναδικής έμπνευσης και εκτέλεσης έργα του.

Αγνοώντας το νερό που οι ομπρέλες μας στέκονται ανήμπορες να συγκρατήσουν, μέσα απ’ το θαμπό πέπλο της βροχής που μας τυλίγει, θαυμάζουμε την ομορφιά, τη ζωντάνια, τους συμβολισμούς των μπρούντζινων ή μαρμάρινων γλυπτών. Όλα σχετίζονται και συμβολίζουν τον κύκλο της ζωής. Στο κέντρο του Πάρκου, που όχι μόνο τα γλυπτά αλλά και κάθε λεπτομέρειά του έχει σχεδιαστεί από τον Βίγκελαντ, σ’ ένα πλάτωμα τριγυρισμένο από σκαλοπάτια, υψώνεται ο Μονόλιθος, μια πέτρα ύψους 14.12 μ., καλυμμένη με 121 ανάγλυφες μορφές. Σώματα μεμονωμένα ή σε συμπλέγματα, παιδιών ή ενηλίκων, αγωνίζονται ν’ ανέβουν ή να συγκρατηθούν, άλλοτε προσπαθούν να αλληλοϋποστηριχτούν. Πολλές ερμηνείες έχουν δοθεί για το συμβολισμό του γιγαντιαίου αυτού έργου που η κατασκευή του κράτησε 14 χρόνια και τέλειωσε λίγο προτού ο Βίγκελαντ πεθάνει. Άλλοι το είδαν ως φαλλικό σύμβολο, άλλοι ως σύμβολο του αγώνα της ύπαρξης ή των πνευματικών αναζητήσεων του ανθρώπου.

Η ματιά και ο θαυμασμός μας δεν σταματάνε στο Μονόλιθο. Πιο πέρα το σιντριβάνι, υποβασταζόμενο από έξι γίγαντες, ρίχνει το πέπλο των νερών του γύρω τους, ενώ σ’ ένα χαμηλότερο επίπεδο υψώνονται είκοσι συμπλέγματα δέντρων και ανθρώπινων μορφών, σύμβολο της σχέσης ανθρώπου και φύσης.

Από την κύρια είσοδο του Πάρκου μια γέφυρα μήκους 100 μ. και πλάτους 15 μ. περιβάλλεται δεξιά και αριστερά από 58 μπρούντζινες μορφές. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, νέοι ή ηλικιωμένοι, μόνοι ή σε συμπλέγματα, σε πιο ήρεμες ή με έντονη κίνηση στάσεις, παρουσιάζουν όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Μια νεαρή μητέρα με τα μαλλιά ν’ ανεμίζουν πίσω της, σηκώνει όλο χαρά και περηφάνια ψηλά το παιδί της, ένας στιβαρός άντρας κρατάει από το χέρι το μικρό γιο του που γυρίζει και τον κοιτάζει γεμάτος εμπιστοσύνη, ένας άντρας και μια γυναίκα αντικρίζονται με αγάπη, ένα νεαρό κορίτσι πετάει σαν χελιδόνι στα κλαδιά ενός δέντρου…Πώς μπορείς ν’ αποδώσεις με μια σύντομη αναφορά όλο αυτό το θαύμα της Τέχνης;

Μα ασφαλώς δεν μπορείς να επισκεφθείς το Όσλο και να παραλείψεις να δεις το μουσείο των Βίκινγκς. Για πάνω από 200 χρόνια, από το 800-1050 μ. Χ. τα παράξενα πλοία τους διέσχιζαν τις θάλασσες, εξερευνούσαν άγνωστες χώρες, ίδρυαν σταθμούς. Το Δουβλίνο απ’ αυτούς θεμελιώθηκε. Ατρόμητοι πειρατές, ήταν ο φόβος και ο τρόμος της εποχής.

Με περισσή περηφάνια, αγάπη και φροντίδα συντηρούν στο ειδικό μουσείο τρία αυθεντικά πλοία των Βίκινγκς, με πιο σημαντικό εκείνο που βρέθηκε στο Osenberg, όχι μακριά από το Όσλο, θαμμένο στην άμμο και διατηρημένο από το 800 π. Χ. Ήταν το πλοίο-φέρετρο μιας βασίλισσας που, όπως και σε πολλούς άλλους λαούς, τάφηκε με όλα τα αντικείμενα που είχε στη ζωή και που πίστευαν ότι θα χρειαζόταν και στην άλλη. Αντικείμενα που αποκαλύπτουν τον τρόπο ζωής και τον πολιτισμό αυτών των ιδιόρρυθμων, σκληροτράχηλων ναυτικών που δεν υπήρξαν μόνο πειρατές, αλλά και έμποροι και ποιητές και καλλιτέχνες και στη χώρα τους ζούσαν σε μια καλά οργανωμένη κοινωνία.

Όσο και να προσπαθώ όμως δεν μπορώ να συμμεριστώ το θαυμασμό και την περηφάνια της ξεναγού καθώς μας μιλά για τους προγόνους της. Σκέφτομαι κάποιο δικό μας, ελληνικό καράβι, που έχει ηλικία διπλάσια των δικών τους πλοίων. Πώς θα ένιωθαν, αλήθεια, οι Νορβηγοί, αν είχαν βρει το Καράβι της Κερύνειας του 4ου π. Χ. αι.; Κι όμως εμείς, νομίζω, πως δεν μιλάμε με τόσο καμάρι, δεν προβάλλουμε όσο θα ‘πρεπε το παρελθόν μας. Ίσως γιατί η ιστορία μας πάει τόσο πίσω, ίσως γιατί μας περιβάλλουν μνημεία πολύ παλαιότερα της εποχής των Βίκινγκς, θέατρα και στάδια κι αγάλματα, εκκλησιές κι εικόνες, ίσως γι’ αυτό δεν δίνουμε τόση σημασία.

Σ’ ένα ωραίο, παλιό κτήριο που χρονολογείται από το 1881 στεγάζεται η πλουσιότατη Εθνική Πινακοθήκη της Νορβηγίας που ιδρύθηκε το 1836. (Δεν μπορώ εδώ να μην ανοίξω μια παρένθεση. Την εποχή που τα Ευρωπαϊκά κράτη ίδρυαν Πινακοθήκες, Πανεπιστήμια ή άλλα πολιτιστικά ιδρύματα, η φτωχή Ελλάδα αγωνιζόταν να συγκροτηθεί σε κράτος, αγωνιζόταν να απελευθερώσει ακόμα εδάφη της, αγωνιζόταν να ορθοποδήσει μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς. Ας μην είμαστε τόσο εύκολα επιρρεπείς σε ψόγους για το Έθνος μας). Συνεχίζω όμως. Η Εθνική Πινακοθήκη της Νορβηγίας μας εισάγει σ’ έναν άγνωστο για μας εικαστικό κόσμο. Μας εντυπωσιάζει. Έτυχε να ‘ναι κοντά στο ξενοδοχείο μας, πολλοί την επισκεπτόμαστε δυο και τρεις φορές. Ακούμε για πρώτη φορά ονόματα σημαντικών Νορβηγών ζωγράφων, αλλά οι πίνακές τους δεν απεικονίζουν καθόλου άγνωστα θέματα. Είναι η Νορβηγία η ίδια, τα φιόρδ, τα δάση, τα βουνά, το χιόνι, τα σύννεφά της, οι ακτές, τα βράχια, τα μουντά χρώματα, οι άνθρωποί της. Στεκόμαστε για ώρα μπροστά στο μόνο έργο για το οποίο είχαμε ακούσει, την περίφημη «Κραυγή» του Edvard Munch, του οποίου υπάρχουν άλλα 60 περίπου έργα στην Πινακοθήκη. Έργο του 1893 «Η κραυγή», κι εν τούτοις κατορθώνει να αποδώσει την αποξένωση και την υπαρξιακή αγωνία της δικής μας εποχής.

Η θαυμάσια Πινακοθήκη του Όσλο όμως διαθέτει στη συλλογή της και έργα ξένων καλλιτεχνών, από τον Γκρέκο και τον Γκόγια, ως τον Μονέ, Γκωγκέν, Πικάσο και πολλούς άλλους, καθώς και τμήμα γλυπτικής.

Κάποτε το «σεργιάνι στους δρόμους του Βορρά», το «ταξίδι στην ολοπράσινη μαγεία», παίρνει τέλος. Μα «το ειδύλλιο με την κρυμμένη καλλονή, τη Νορβηγία», θα παραμείνει σε κάποια μυστική γωνιά της ψυχής, πλάι σ’ όλες τις άλλες μαγικές εικόνες με τις οποίες ο Θεός ομόρφυνε αυτό τον πλανήτη, για να μας κάνει μετά από χρόνια ν’ αναρωτιόμαστε: «Άραγε ήταν όνειρο;»

Αναγνώστρια

Οκτώβρης, 2003

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.