Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Τάσος Αναστασίου

Τα τρία πρώτα  ποιήματα είναι από την ποιητική του συλλογή Βραδιά στο «Flower», (εκδόσεις Πλανόδιον, 2001) ενώ τα δυο τελευταία είναι αδημοσίευτα. Το ποίημα με τίτλο Άμφισσα 1985 είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα καλύτερα ποιήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια.  Η περιγραφή του παππού, με μέτρο και ομοιοκαταληξία, είναι η περιγραφή ενός ολόκληρου κόσμου που τείνει να εξαφανιστεί για πάντα, είναι σαν ένας ρεαλιστικός πίνακας όπου απεικονίζεται και η παραμικρή λεπτομέρεια.

Ο Τάσος Αναστασίου είναι φιλόλογος και μεταφραστής. Αυτή την εποχή ασχολείται με την πεζογραφία και αναζητά τον κατάλληλο εκδοτικό οίκο.

               ΟΤΑΝ ΣΕ ΑΓΓΙΖΑ

 Πονούσα όταν σε άγγιζα, έτρεμα, τώρα
όλα σβήσαν. Α, ο χρόνος ιατρός ψυχών.
Την απόσταση που μας χωρίζει δεν μπορεί να διασχίσει
ούτε καράβι, ούτε αεροπλάνο.
Ήρεμος είμαι, στα παγωμένα χέρια
της καθημερινότητας. Σπάνια πια
να σ’ ενοχλήσω: όταν το ποτό έχει ανάψει το αίμα.
Όταν ακούω το «Dark Globe». Όταν διαβάζω για «κύματα
παφλάζοντα, κυρτά, φαληριόωντα».
Θυμάμαι, ναι, πονούσα. Το σώμα
ντυνόταν τη σκέψη του ήλιου για ν’ αντέξει.
Ήρεμος είμαι τώρα. Όλα σβήσαν.
Η ανάσα σου, το βλέμμα σου. Με κοιτούσες
και με ταξίδευες στην αγάπη σαν σε καταιγίδα.

              ΑΜΦΙΣΣΑ,  1985    

Με  κίνηση κοφτή κι επίμονη, γερμένος
πάνω  απ’ το σωρό που υψώνεται, βιτσίζει
ένα-ένα  τα ελιόκλαρα, προσηλωμένος.
Μια σύντομη φυλλορροή, λες  ψιχαλίζει,
κι απ’ το ραβδί δαρμένα  τα κλωνάρια μένουν
γυμνό προσφάι για τη φωτιά.  Σαν θυμωμένος
τα ρίχνει πλάι με χέρια  που δεν ξαποσταίνουν.
Ογδόντα χρονών. Έκτυπες οι φλέβες, χρώμα
έτοιμο να εκραγεί. Ο σκελετός  σαν χλεύη
στ’ απομεινάρι δέρματος, φθαρμένο στρώμα.
Το στήθος σαν το βλέμμα  του ολοένα ρεύει
προς το βαθούλωμα. Χλωμός. Και  να χρωστάει
το μέσα του σ’ αυτόν τον  ύπουλο που ακόμα
χαιρέκακα  τον αποικίζει, τον γλεντάει.
Τυλίγοντας με σύρμα τα κλαδιά  δεμάτια
(η επιμονή μου απ’ τα βιβλία  να ξεφύγω)
βλέπω με τα πρωτευουσιάνικά  μου μάτια:
μπορεί να μη σταυρώνεται άλλο  για τον τρύγο
στ’ αμπέλι του, ή να μην  ξοδεύεται όπως όταν,
θέρος, ζεστό νερό καταηλιού,  κομμάτια
για κάποιου αφεντικού τον  έπαινο γινόταν,
ή να μην πολεμάει (καμένο το  χωριό του
από τους Ιταλούς) μόνος του να στεριώσει
φερμένος πρόσφυγας εδώ το  σπιτικό του,
και να δείχνει έτοιμος σχεδόν  να παραδώσει
ευκολοδιάλυτο λεπτό ρεύμα αέρα
σαν λεύκα πέφτοντας από το ριζικό του–
μα δεν αδειάζει, κάτι φτιάνει  κάθε μέρα.

Ξάφνου αρχίζει ο βήχας. Στρέφω  το κεφάλι
στην αυλόπορτα, ελάτινη, στερεωμένη
σε τοίχωμα από πλίθες, σκόπιμα  μεγάλη
το φόρτωμα  του μουλαριού για να προσμένει:
το πράσινό της πια τη χάρη  έχει αποκτήσει
που η μνήμη απατηλή στο  παρελθόν προβάλλει
όταν με απουσία του πόνου  το στολίσει.
Ο βήχας ημερεύει. Από το δρόμο  φτάνουν
φωνές παιδιών, τρεχαλητό. Κάτι  ετοιμάζει
στο σπίτι μέσα κι η γιαγιά. Τα χέρια πιάνουν
ακόμα ένα κλαρί: σαν ξόρκι,  όπως διαβάζει
τ’ απόγευμα κουκουβισμένος στο  κρεβάτι
τη θεία επιστολή: πράξεις, ρυθμοί που κάνουν
το πέρασμα του χρόνου μια  οφθαλμαπάτη.
Ίσως πάλι τυλίγεται όταν υποφέρει
σαν σιγουριά την πίστη: πως  θ’ ακολουθήσουν
τα χνάρια του τα εγγόνια,  έστω σ’ άλλα μέρη.
Δε μας βλέπει κυνηγούς που θα κυνηγήσουν
τ’ απρόσιτο της ηδονής –μες  στο μυαλό τους
απόφαση παρμένη να κοπούν  μαχαίρι
οι τελετές, οι ελπίδες, το  εξωγήινό τους.
Πρόσφυγες του παρόντος είμαστε. Μονάχα.
Καθώς αργά γεμίζω το τσουβάλι  φύλλα
που προορίζει για τα πρόβατα,  σαν να’ χα
γευτεί πραγματικά το τέλος,  τη μαυρίλα,
οργίζεται με το ρυθμό μου.  Τέτοιο βλέμμα
να μάγκωνε και πιο παλιά τη μάνα τάχα,
μην πάει στο πανηγύρι, μην  του πει ένα ψέμα,
μην….; Ή τη διαβολικά κινημένη  βλέψη
του γείτονα που γύρευε χαμογελώντας,
έρποντας, μέρος απ’ το σύνορο  να κλέψει;–
Μες στην  αδιάκοπη χειρωναξία ζώντας
παραμένει. Δεν σκέφτηκε ποτέ  άλλη τύχη.
Κι όμως. Κρατάει, ξεφυλλίζει αφού  χαϊδέψει
όποιο βιβλίο μου κάθε φορά  πετύχει.
«Απόστασα». Τρεμάμενοι οι ώμοι  πλησιάζουν
τ’ άφθονο μαύρο της κληματαριάς. Αφήνει
το βάρος στο ραβδί. Τα μέλη  ξεμουδιάζουν
με βήματα που λίγο-λίγο κατευθύνει
προς το τραπέζι. Κι όπως  κάθεται ανασαίνω
τον στεναγμό να διαφεύγει: όλα  μοιάζουν
για σήμερα σωστά, σαν έργο  κερδισμένο.
Ενώ τα χέρια αναζητούν κρασί,  φοριέται
η γλύκα απ’ τη ματιά. Σαν  φορτωμένο νιάτα
το επίμονο των σκέψεων αποτραβιέται,
όπως στο δρόμο τα ξεφωνητά (χορτάτα
πόλεμο). Στις παρυφές τώρα του  χειμώνα
απλώνεται σαν θησαυρός και σπαταλιέται
το θρόισμα του μεσημεριού  απ’ τον ελαιώνα.

ΣΤΟΥΣ  ΦΙΛΟΥΣ       

Ας ήτανε ποτέ να μην τελειώσει αυτή η νύχτα.
Πρέπει να δούμε τα πάντα.  Τώρα που είναι ήσυχα
και μόνο οι καρδιές μας  τρέμουν. Ας ήτανε
ο χρόνος να καεί για να  φωτίσει αυτή τη νύχτα.

     ΜΠΑΛΑΝΤΑ 

Η επιθυμία να μείνεις ακίνητος.
Η επιθυμία ν’ αδειάσεις από σκέψεις.
Η επιθυμία για  το κέντημα της σιωπής.
Η λάμψη του  στην άκρη του μυαλού.
Απόγευμα. Μια  μελωδία τρεμοσβήνει,
ένα λευκό  νησί στο βάθος–
η μέρα που  ετοιμάζεται
να παραδοθεί  σαν χιόνι, σαν λουλούδι.
Το μυαλό  γέρνει πάνω στα χέρια της.
Το απόλυτο  δεν υπάρχει.
Η ζωή συνεχίζει  το ταξίδι της
κάτω απ’  το υπόκωφο βουητό των άστρων.

 ΤΡΑΓΟΥΔΙ              

Ας είμαστε  πιο σοβαροί, γλυκιά μου, μες
στην τόση αυτάρεσκη και χαρωπή εφηβεία.
Τώρα που ο έρωτας δεν έχει αντοχές,
μι’ αδιανόητη ας είμαστε εικασία.
Όπως εκείνο το δεντράκι ελιάς,  αν θες,
στης πόλης την παρατεινόμενη  αγωνία.

Λητώ Σεϊζάνη

Η Λητώ Σεϊζάνη είναι μεταφράστρια και συγγραφέας. Έχει σπουδάσει Ιταλική φιλολογία και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές μετάφρασης. Έχει εργαστεί σαν μεταφράστρια σε διάφορα περιοδικά και σε έναν τηλεοπτικό σταθμό. Έχει δημοσιεύσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, έργα των Τόμας Χάρντυ και Τζοβάννι Βέργκα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και το πρώτο της παιδικό βιβλίο με τίτλο "Η έξυπνη πριγκίπισσα". Συνεργάζεται από την αρχή με το P&I ως επιμελήτρια και αρθρογράφος. Μπορείτε να διαβάσετε κείμενά της στο site της.

Σχολιάστε το άρθρο