Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Γύρω απ’την ποίηση

poetry

Την σήμερον η ποίηση δεν πουλά
Εκτός κι αν είσαι η Δημουλά

έγραψα κάποτε με σκωπτική διάθεση και με αρκετή ζήλεια αφού ως γνωστόν όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.

Ναι, ούτε στον ύπνο μου εμένα δεν υπήρχε περίπτωση να γίνουν μπεστ-σέλλερ τα ποιήματά μου όπως έγιναν της κυρίας Δημουλά. Για το φαινόμενο αυτό έγραψαν άλλοι, αξιότεροι από μένα, κριτικοί λογοτεχνίας καθώς και διάφοροι ιδιοκτήτες μπλογκ (μα τι απαίσια, αντι-ποιητική λέξη αυτή με τους βαρβαρικούς ήχους μπου και γκου).

Εννοείται ότι δεν έχω τίποτα με την κυρία Δημουλά, ίσα ίσα βρίσκω την ποίησή της αξιόλογη κι ας μην είναι ακριβώς του γούστου μου. Ξέρω όμως ότι αρέσει σε πάρα πολύ κόσμο που την διαβάζει και την ξαναδιαβάζει και ξέρει στίχους της απ’έξω. Κι οπωσδήποτε πρόκειται για μια σεμνή γυναίκα που και η φυσιογνωμία της μόνο σε κάνει να τη σέβεσαι. Μπορώ να πω, μάλιστα, ότι όχι μόνο δεν έχω τίποτα εναντίον της αλλά χαίρομαι κιόλας που μια γυναίκα κατάφερε να φέρει την ποίηση πιο κοντά στους Νεοέλληνες.

Στίχους της δεν ξέρω απ’έξω αλλά ίσως είναι καιρός να μάθω μερικούς. Πάνε χρόνια από τότε που στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο μας έβαζαν να μαθαίνουμε ποιήματα απ’έξω για να τα πούμε σε σχολικές γιορτές ή απλώς και μόνο για να τα κρατήσουμε στη μνήμη μας, έτσι σαν εφόδιο, όπως μας έλεγαν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές.

Τι εφόδιο ήταν αυτό; Ήταν κατ’αρχήν ένα καλό μάθημα σωστής προφοράς, τονισμού, απαγγελίας. Οι καθηγητές μας ήξεραν να διαβάζουν ωραία και μας το μάθαιναν κι εμάς. Ακόμα κι όταν τα ποιήματα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγαλόπνοα, με μια καλή απαγγελία σου δημιουργούσαν ρίγη συγκίνησης. Όπως εκείνο το αξέχαστο «Όλα πατρίδα μας/Κι αυτά κι εκείνα/Και κάτι πού’χουμε μες στην καρδιά/Που λάμπει αθώρητο σαν ήλιου ακτίνα/Και κράζει μέσα μας «εμπρός παιδιά».

Ή το άλλο το ηθικοπλαστικό

Ποτέ δεν θα πειράξω τα ζώα τα καϋμένα/Κι εκείνα σαν κι εμένα δεν έχουνε ψυχή;

Και τέλος το ποίημα με τον βοσκό που μας έκανε να ξεσπάμε σε γέλια στο γυμνάσιο λόγω της αναφοράς στο γνωστό πανωφόρι του:

Πάνω στην καπότα μου, φορεσιά και στρώμα μου/Είδα ονείρατα γυρτός, ξυπνητός και κοιμιστός.

Αρκετές δεκαετίες έχουν περάσει από τότε που τέλειωσα το σχολείο αλλά δεν χρειάστηκε να ανοίξω κανένα βιβλίο ούτε να κάνω αναζήτηση στο ίντερνετ για να θυμηθώ αυτούς τους στίχους. Είναι πάντα μέσα στο μυαλό μου, αποθηκευμένοι, ένα εφόδιο καλών ελληνικών, ρυθμού, μέτρου, ομοιοκαταληξίας.

Μαζί μ’αυτούς τους στίχους που ίσως να φαίνονται ξεπερασμένοι στα παιδιά που πηγαίνουν τώρα σχολείο, αναπτυσσόταν εκτός από την αγάπη μας για την ποίηση, και η αγάπη μας για τα ζώα, για την όμορφη χώρα μας, για την λαογραφία. Ίσως δεν το καταλαβαίναμε τότε αλλά όλα αυτά είχαν κάποια αξία. Είχε αξία η συχνή μας ενασχόληση με την ποίηση, οι απαγγελίες καθημερινά μέσα στην τάξη στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, οι αναλύσεις των ποιημάτων, η γνωριμία με μεγάλους ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Σολωμός και ο Καβάφης. Περνούσαν στο υποσυνείδητο τα επικά τους έργα, ο Ύμνος εις την Ελευθερία, ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, οι Θερμοπύλες.

Ναι, η ποίηση ήταν καθημερινή υπόθεση τότε. Δεν ήταν κάτι που προκαλεί δέος ή που το βαριέσαι και το αφήνεις στα ράφια να σκονίζεται. Κι αν κάποιος είχε όρεξη, αν κάποιος ήθελε να πάει και λίγο πάρα πέρα, μάθαινε εκτός από τις δυο στροφές του Εθνικού μας Ύμνου, μάθαινε απ’έξω αν όχι και τις 158, τουλάχιστον καμμιά εικοσαριά. Αν κάποιος είχε όρεξη, δεν έμενε μόνο στις Θερμοπύλες και στην Ιθάκη αλλά προχωρούσε και στο Απολείπει ο Θεός Αντώνιον και στα Κεριά και στο Από Υαλί Χρωματιστό. Και πάει λέγοντας.

Η ποίηση δεν είναι πια καθημερινή υπόθεση. Δεν μπορώ αίφνης να φανταστώ κάποιον στριμωγμένο στο μετρό να διαβάζει Ελύτη ή Σεφέρη. Κι όμως η διαδρομή του θα γινόταν πολύ πιο ευχάριστη. Αρκεί να έβρισκε θέση να καθήσει, θα μου πείτε. Ναι, φυσικά, είναι κι αυτό. Είναι αλήθεια ότι οι μεγάλες ελληνικές πόλεις είναι αντι-ποιητικές, πνιγμένες στο καυσαέριο και στο τσιμέντο και στις κόρνες των αυτοκινήτων και στις εξατμίσεις των μοτοσυκλετών. Όμως υπάρχουν πάρα πολλοί Έλληνες που γράφουν ποιήματα και εκδίδουν με δικά τους έξοδα τις συλλογές τους χωρίς να περιμένουν να πουλήσουν. Καθημερινά εμφανίζονται νέες ποιητικές συλλογές, άλλες αδιάφορες και άλλες αξιόλογες που τις διαβάζουν ελάχιστοι, τις παρουσιάζουν ακόμα πιο ελάχιστοι και χάνονται σύντομα στη λήθη. Κανείς δεν ασχολείται μαζί τους, κανείς δεν γράφει διπλωματικές εργασίες γι’αυτές, κανείς δεν μαθαίνει απ’έξω στίχους απ’τις σελίδες τους.

Ποιοί είναι αυτοί οι ποιητές που ζουν ανάμεσά μας; Τι περιμένουν από τη ζωή τους, ποιές φιλοδοξίες έχουν; Να τους διαβάσουν ένα δυο καλοπροαίρετοι γνωστοί τους, να τους μνημονεύσει με μια-δυο γραμμές κανένα λογοτεχνικό περιοδικό της περιφέρειας με ελάχιστους αναγνώστες; Ή μήπως να πουν ότι έκαναν ένα από τα τρία σημαντικά πράγματα που υποτίθεται ότι πρέπει στη διάρκεια του βίου του να κάνει ένας άνθρωπος; Να κάνει ένα παιδί, να φυτέψει ένα δέντρο ή να γράψει ένα βιβλίο.

Το θέμα αυτό είχε θίξει κάποτε ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος μέσα από τις σελίδες μιας εβδομαδιαίας εφημερίδας από εκείνες που μοιράζονται δωρεάν. Σαν παράδειγμα σημαντικών ποιητικών φωνών που περνούν και χάνονται στην ανωνυμία είχε φέρει την Αλεξάνδρα Μπακονίκα. Χάρη στο άρθρο του αυτό η κυρία Μπακονίκα έπαψε να είναι άγνωστη και οι ποιητικές της συλλογές έκαναν κάποιες πωλήσεις. Μετά απ’αυτό η κατάσταση ξαναγύρισε στα ίδια για την σύγχρονη ελληνική ποίηση. Μερικά λογοτεχνικά περιοδικά με περιορισμένο αναγνωστικό κοινό, καμμιά ανθολογία πού και πού, μια ποιήτρια που ξεχωρίζει όπως η Κική Δημουλά, μερικοί ακόμα ποιητές που ξεχωρίζουν ελαφρά σε όποιον κινείται στους λογοτεχνικούς κύκλους, και οι εκατοντάδες ποιητές που παραμένουν άγνωστοι.

Βέβαια σήμερα κάτι πάλι δείχνει να κινείται στο διαδίκτυο. Έχω στο νου μου τρία ελληνικά ποιητικά ιστολόγια (1,2,3) που δείχνουν αρκετά ενδιαφέροντα και ζωντανά. Με τα μίση τους και τα πάθη τους, βέβαια, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν. Κι έχω στο νου μου επίσης μερικούς φίλους που εξακολουθούν να γράφουν ποίηση με την ελπίδα κάποιος να αφιερώσει στις σελίδες τους λίγο από τον χρόνο του. Έναν χρόνο που συνήθως όλοι μας ξοδεύουμε πολύ αντι-ποιητικά, μέσα σε σούπερ-μάρκετ, σε μποτιλιαρίσματα, σε άχαρες δημόσιες υπηρεσίες. Αλλά ακόμα κι εκεί μπορεί να χωρέσει η ποίηση. Οι ποιητικές συλλογές είναι συνήθως λεπτές και χωράνε σε μια τσάντα ή σε μια τσέπη. Ας μην τις αφήσουμε να σκονίζονται στα ράφια.

Λητώ Σεϊζάνη

Η Λητώ Σεϊζάνη είναι μεταφράστρια και συγγραφέας. Έχει σπουδάσει Ιταλική φιλολογία και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές μετάφρασης. Έχει εργαστεί σαν μεταφράστρια σε διάφορα περιοδικά και σε έναν τηλεοπτικό σταθμό. Έχει δημοσιεύσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, έργα των Τόμας Χάρντυ και Τζοβάννι Βέργκα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και το πρώτο της παιδικό βιβλίο με τίτλο "Η έξυπνη πριγκίπισσα". Συνεργάζεται από την αρχή με το P&I ως επιμελήτρια και αρθρογράφος. Μπορείτε να διαβάσετε κείμενά της στο site της.

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.