Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Συνομιλία με την Αγνή Στρουμπούλη

Έχει μια ζεστή κι εκφραστική φωνή, γνωστή σε όσους αγαπούν το ραδιόφωνο. Είναι συμπαθής, χαμογελαστή, ευγενική παρουσία. Έχει ασχοληθεί με την αφήγηση παραδοσιακών παραμυθιών κι έχει βαθειά γνώση γύρω απ’ αυτά. Πρόκειται για την Αγνή Στρουμπούλη, η οποία απαντά παρακάτω σε μερικές ερωτήσεις μας.

–      Τι είν’ αυτό που σας τράβηξε στα λαϊκά παραμύθια και θελήσατε ν’ ασχοληθείτε μαζί τους;

Ο τρόπος που μιλούν φανερώνει μια καθαρότητα στον τρόπο που βλέπουν τη ζωή και τα πράγματα. Όπως το βλέμμα ενός παιδιού: ανοιχτό να δεχτεί και να παρατηρήσει, να παίξει δηλαδή να συνδιαλλαγεί με κάθε τι γύρω του, χωρίς να το κρίνει. Τα λαϊκά παραμύθια μας έρχονται από πολύ πολύ πολύ παλιά, από την παιδική ηλικία του ανθρώπου και σφύζουν από λαχτάρα για  Ζωή. Αυτό με συνεπαίρνει. Μιλούν με εικόνες, τον πιο «αθώο» τρόπο επικοινωνίας, γιατί απευθύνεται σε κάθε ηλικία, σε κάθε ευαισθησία, σε οποιοδήποτε επίπεδο μόρφωσης κ.λπ., αφού η εικόνα μεταδιδόμενη με το λόγο και κυρίως με την εκφραστικότητα ολόκληρου του σώματος, σχηματίζεται τελικά στην φαντασία καθενός, όπως εκείνος θέλει. Αυτός λοιπόν ο πλούτος και η ελευθερία με καταγοήτευσαν και με κρατούν ακόμα σφιχτά κοντά τους.

–      Εξακολουθούν σήμερα τα παραμύθια να μαγεύουν παιδιά και μεγάλους;

Εξακολουθούν να μαγεύουν μέσα στον καθένα μας την παιδικότητά του, που όπως είπε ένας μεγάλος ρώσος χορογράφος: «δεν έχει ηλικία. Ή υπάρχει ή δεν υπάρχει».

–      Η αφήγηση παραμυθιών σε παιδιά είναι αυτονόητη αλλά στους ενήλικες όχι και τόσο. Πώς αντιμετωπίζετε την επικοινωνία μαζί τους;

Παρ’ όλο ότι νομίζω πως έχω ήδη απαντήσει, ας επιμείνω. Με τρόπο παιγνιώδη, όπως είναι και ο τρόπος των λαϊκών παραμυθιών. Καμιά σοβαροφάνεια, διόλου αυτοεκτίμηση, π.χ. συχνά ξεκινούν με την φράση «ελάτε να πούμε ψέματα, πέντε σακιά γιομάτα. Ψέματα κι αλήθεια, έτσι είν’ τα παραμύθια»…δηλαδή, ένας ψευταράς είμαι και τίποτα πάρα πάνω. Έτσι κι εγώ στέκω απέναντι στους μεγάλους, αλλά και στους μικρούς: ξεκινώ με την πεποίθηση ότι πάω να τους δώσω χαρά, ό,τι κι αν διαπραγματεύεται το παραμύθι, ότι θα τους ξαφνιάσω με τις ανατροπές που πληθωρικά υπάρχουν σ’ αυτό, ότι θα τους συγκινήσω με τον τρόπο που η ειλικρίνεια μας φέρνει αντιμέτωπους με τα μυστικά μας κ.ά. Έτσι αισθάνομαι κι εγώ, και όταν πρωτοσυναντώ ένα παραμύθι, μα και κάθε φορά που το αφηγούμαι. Γιατί όπως λέει και ο Ελύτης: «Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα· ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα».

–      Όταν αφηγείστε ένα παραμύθι, σκέφτεστε ποτέ κάτω από ποιές συνθήκες μπορεί να γεννήθηκε, ποιος να ήταν άραγε εκείνος που το συνέλαβε και ποιος ήταν ο πρώτος του ακροατής;

Πάρα πολλές φορές! Έτσι πολύ συχνά «σπάω» τον χρόνο κι αναζητώ μέσα μου εκείνο το κομμάτι του πρώτου πρώτου αφηγητή. Ακόμα και για την άρθρωση του φωνήματος και μετά του συγκροτημένου λόγου. Οι ψίθυροι, οι κραυγές, τα μουρμουρίσματα, τα κρωξίματα της Φύσης φαντάζομαι πως προκαλούσαν αυτό το πλάσμα να επαναλάβει. Να επαναλάβει για να ταυτιστεί, να επαναλάβει για να ξεχωριστεί, να επαναλάβει για να οικειοποιηθεί, να ξορκίσει, να επιβάλλει… να, να… όλα αυτά που η πληθωρικότητα της ζωής μας παρακινεί και μας ερεθίζει ν’ ανακαλύψουμε και μετά ν’ αναγνωρίσουμε. Αυτά λοιπόν πάνε βήμα βήμα. Δεν ξύπνησε ένα πρωί ένας άνθρωπος και είπε ένα παραμύθι σ’ αυτόν που ήταν δίπλα του. Μπορεί να ξύπνησε τρομαγμένος από ένα όνειρο και να άρθρωσε θραύσματα- εικόνες ακριβώς σ’ αυτόν που ήταν δίπλα του, ή τέλος πάντων στον πρώτο που συνάντησε. Κι επειδή του μετέφερε, με τις εικόνες, την ένταση των αισθημάτων του, ο άλλος με τη σειρά του, μόλις συνάντησε έναν τρίτο έκατσε και του το διηγήθηκε, βάζοντας κάτι κι από τον εαυτό του και έτσι συνέχεια… Άλλωστε κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι τα παραμύθια έχουν την προέλευσή τους στα όνειρα των ανθρώπων.

Το ίδιο μπορεί να φανταστεί κανείς με ένα παράδοξο περιστατικό της ζωής, που αμέσως το μεταφέρεις και το αφηγείσαι για να το «χωνέψεις». Άλλωστε έχουμε αρκετό σκοτάδι μέσα μας για να επιθυμούμε και να προσπαθούμε να το ξεδιαλύνουμε, φέρνοντάς το στο φως της μέρας. Και ο μόνος τρόπος να ειπωθούν τα ανείπωτα είναι ο συμβολικός και μεταφορικός λόγος που ερεθίζει τη Φαντασία, δηλαδή το παραμύθι.

–      Ποιό από τα γνωστά παραμύθια είναι το πιο αγαπημένο σας και γιατί;

Με το «γνωστά» φαντάζομαι πως εννοείτε τα κλασσικά δυτικά παραμύθια όπως συνήθως διασκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν στα ελληνικά. Όταν ήμουνα μικρή η δεύτερή μου αδελφή μου διάβαζε το παραμύθι της Ραπουνζέλ. Η μόνη φράση που θυμάμαι από τότε είναι αυτή που με έκανε να κλαίω: «Μαρουλίτσα είμαι η θεία σου, ρίξε κάτω τα μαλλιά σου». Αυτό το κοριτσάκι μέσα στον πύργο της γριάς μάγισσας μοναχό του με κατασυγκινούσε, μα κάθε βράδυ της ζητούσα να μου το ξαναδιαβάσει… Όμως θα μου επιτρέψετε να σας πω μια φράση από ένα ελληνικό λαϊκό παραμύθι, σαν τελίτσα σ’ αυτή τη συνομιλία.

«… είπε τότε ο δράκος: να του πεις να φέρει μια κοπέλα που από το στήθος της βγαίνουν γαρύφαλλα κι άμα κόψεις γαρύφαλλο, βγαίνουν άλλα.»

 

Τις ερωτήσεις συνέταξε η Λητώ Σεϊζάνη.

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.