Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Ένας Βρετανός στην Ελλάδα του πολέμου

Σε όλες τις οικογένειες οι πιο παλιοί έχουν πολλές ιστορίες να διηγηθούν από τον Πόλεμο και την Κατοχή, ιστορίες βαθιά χαραγμένες στη μνήμη λόγω της έντασης των γεγονότων της εποχής. Ποιος δεν έχει ακούσει για μάχες στο αλβανικό μέτωπο, για σπίτια επιταγμένα από τους Γερμανούς, για τον βομβαρδισμό του Πειραιά, για την πείνα που θέριζε την Αθήνα εκείνα τα μαύρα χρόνια, για την Αντίσταση, για την Απελευθέρωση…  Ωστόσο, οι προσωπικές ιστορίες που αφορούν την Ελλάδα αυτής της περιόδου αποκτούν ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν τις αφηγούνται ξένοι που τους έφεραν στη χώρα μας οι ίδιες οι εξελίξεις του πολέμου και μας προσφέρουν μια άλλη οπτική της τότε κατάστασης. Ένας από αυτούς τους ξένους που έζησαν ένα κομμάτι του πολέμου στην Ελλάδα ήταν και ο Ρόαλντ Νταλ, ένας από τους πιο αγαπημένους συγγραφείς των παιδιών. Αυτές τις αναμνήσεις του τις έχει καταγράψει αναλυτικά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του  Σόλο Πορεία.

                Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο Νταλ δούλευε στην Shell, στην Ανατολική Αφρική. Με παιδικό σχεδόν ενθουσιασμό αποφάσισε να καταταγεί στην RAF, αν και το ύψος του (1,95 μ.) ήταν μάλλον απαγορευτικό για να πετάει με τα μικροσκοπικά μαχητικά αεροπλάνα της εποχής. Μετά από εξάμηνη εκπαίδευση στο Ιράκ και ενώ πήγαινε, σύμφωνα με τις διαταγές που είχε λάβει,  να συναντήσει τη  Μοίρα του στη Δυτική Έρημο, το αεροπλάνο του συνετρίβη στη Λιβύη, με αποτέλεσμα να βρεθεί σοβαρά τραυματισμένος στο νοσοκομείο για άλλο ένα εξάμηνο.  Σ’ αυτό το διάστημα, οι άντρες της  Μοίρας του είχαν φύγει από τη Δυτική Έρημο για να μεταφερθούν στην άλλη μεριά της θάλασσας, στην Ελλάδα, όπου για κάμποσες εβδομάδες πετούσαν καταδιώκοντας τους Ιταλούς. Εν τω μεταξύ όμως  είχαν προστεθεί και τα στρατεύματα και οι αεροπορικές δυνάμεις της Γερμανίας που μαζί με τους Ιταλούς κατακτούσαν ταχύτατα τη μικρή μας χώρα. Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι το μικρό δείγμα της Βρετανικής Εκστρατευτικής Δύναμης και τα ελάχιστα αεροπλάνα της RAF που ήταν στην Ελλάδα δεν θα μπορούσαν να αντισταθούν για πολύ στην επέλαση των Γερμανών.

                O Νταλ έφτασε στην Ελλάδα στα μέσα Απριλίου του 1941. Μετά από πτήση τεσσάρων ωρών προσγειώθηκε αισίως  στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας. «Τι διαφορετικό μέρος», γράφει, «από την καυτή και αμμώδη Αίγυπτο… Εδώ πέρα ήταν άνοιξη κι ο ουρανός γαλανός κι ο αέρας ευχάριστα ζεστός. Μια απαλή αύρα φυσούσε από τη θάλασσα πέρα απ’ τον Πειραιά και όταν γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα προς την ενδοχώρα είδα, μόλις δυο μίλια μακριά, μια σειρά από ογκώδη απόκρημνα βουνά γυμνά σαν κόκαλα. Το αεροδρόμιο στο οποίο είχα προσγειωθεί δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας χορταριασμένος αγρός και ολόγυρά μου άνθιζαν εκατομμύρια γαλάζια, κίτρινα και κόκκινα αγριολούλουδα».  Την ειδυλλιακή αυτή εικόνα, όμως, ήρθαν να διαδεχθούν εικόνες πολέμου που κορυφώθηκαν την 20ή Απριλίου με την περίφημη «Μάχη της Αθήνας»,  μια θρυλική  αερομαχία μεταξύ των δώδεκα  – όλων κι όλων – Hurricane  της Βρετανικής Αεροπορίας και   περίπου διακοσίων αεροπλάνων της Luftwaffe.  Πέντε από τα εγγλέζικα αεροπλάνα χτυπήθηκαν: ένας από τους πιλότους έπεσε με το αλεξίπτωτο και σώθηκε. Τέσσερις σκοτώθηκαν. Ανάμεσά στους νεκρούς ήταν και ο περίφημος επισμηναγός Πατ Πατλ, θρύλος της RAF στην Αίγυπτο, τη Δυτική Έρημο και τα βουνά της Ελλάδας,  τον οποίο ο Νταλ περιγράφει σαν ένα μικρόσωμο άντρα και πολύ γλυκομίλητο, που είχε το βαθιά ρυτιδιασμένο και θλιμμένο πρόσωπο μιας γάτας που ήξερε ότι και οι επτά ζωές της είχαν ήδη εξαντληθεί.  

                Ήταν καιρός πια η RAF να τα μαζέψει από την Ελευσίνα. Αν έμεναν έστω και μια μέρα ακόμα, οι Γερμανοί θα τους διέλυαν τελείως – αεροπλάνα και έμψυχο υλικό. Πρώτη τους  στάση τα Μέγαρα   απ’ όπου παρακολούθησαν και τον βομβαρδισμό ενός δεξαμενόπλοιου από τα γερμανικά  Stukas. «Είχαμε δει  αρκετούς βομβαρδισμούς εκείνο τον καιρό», γράφει ο Νταλ, «Όμως ποτέ δεν είχαμε δει ανθρώπους να πηδάνε σε καυτή θάλασσα για να ψηθούν  ή να βραστούν ζωντανοί  κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ήμασταν όλοι μας συγκλονισμένοι».  Και  μετά, από τα Μέγαρα  στο αεροδρόμιο του Άργους με σκοπό να προσφέρουν κάλυψη από αέρος  στον βρετανικό στρατό που θα αποσυρόταν από την Ελλάδα με τη βοήθεια του ναυτικού.  Όμως, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Νταλ, εκεί δεν υπήρχε ίχνος στόλου εκκένωσης ή του Βασιλικού Ναυτικού – η εκκένωση, όπως έμαθε αργότερα, έγινε από την Καλαμάτα. «Υπήρχε μόνο ένα μεγαλούτσικο φορτηγό πλοίο που κειτόταν στον κόλπο, καθώς και ένας θύσανος από γκρίζο καπνό που υψωνόταν  από το μπροστινό του αμπάρι». Είχε κι αυτό βομβαρδιστεί από τους Γερμανούς το ίδιο πρωί. «Τώρα έκαιγε μια φωτιά κάτω από τα καταστρώματα και όλοι περίμεναν την τεράστια έκρηξη».

                Κανένας από τους  πιλότους των επτά Hurricane δεν περίμενε να βγει ζωντανός από την τρέλα που επικρατούσε στην Ελλάδα. Τα γερμανικά  Messerschmitt  τους είχαν ήδη εντοπίσει στο αεροδρόμιο του Άργους και μπορούσαν να τους λιανίσουν μέσα σε λίγα λεπτά. Τελικά, μετά από την απώλεια άλλων δύο Hurricane, τα αεροσκάφη οδηγήθηκαν από τους πιο υψηλόβαθμους πιλότους στην Κρήτη, ενώ οι υπόλοιποι πιλότοι επιβιβάστηκαν σε ένα   επιβατικό αεροσκάφος για να μεταφερθούν πάλι στη Δυτική Έρημο της Λιβύης  και από κει στην Αλεξάνδρεια απ’ όπου στις 15 Μαΐου ο Ρόαλντ Νταλ γράφει στη μητέρα του:

«Αγαπητή Μαμά,

Ε, λοιπόν, δεν ξέρω τι νέα μπορώ να σου μεταφέρω. Πραγματικά, στην Ελλάδα η ζωή μας ήταν κόλαση. Δεν ήταν και πολύ διασκεδαστικό να πολεμάς εναντίον της Γερμανικής Αεροπορίας με κυριολεκτικά μια χούφτα καταδιωκτικών. Το αεροπλάνο μου χτυπήθηκε αρκετές φορές όμως πάντα κατάφερνα να γυρίζω πίσω…»

 —

                Το επεισόδιο της Ελλάδας ήταν πηγή έμπνευσης για τον νεαρό Νταλ. Από τα διηγήματα της συλλογής Over to You  που έγραψε σχετικά με τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, το πιο συγκινητικό είναι εκείνο που αναφέρεται  σ΄ένα κοριτσάκι, την Κατίνα, που βρήκαν οι Βρετανοί πιλότοι σ’ ένα βομβαρδισμένο χωριό, καθισμένο στα χαλάσματα, ακίνητο και αμίλητο,  με το βλέμμα απλανές, ενώ όλοι οι άλλοι χωριανοί έτρεχαν αλαφιασμένοι προσπαθώντας να σβήσουν τις φωτιές που έκαιγαν τα γκρεμισμένα σπίτια τους ή να βρουν τυχόν επιζώντες κάτω από τους πέτρινους σωρούς φωνάζοντας απελπισμένα τα ονόματα των συγγενών τους. Βλέποντας το αίμα να κυλάει από το μέτωπο σε όλο της το πρόσωπο, οι πιλότοι πήραν τη μικρούλα στο ιατρείο του επιχειρησιακού κέντρου τους και όταν πια έμαθαν από τον Έλληνα διερμηνέα ότι είχε χάσει ολόκληρη την οικογένειά της σ’ εκείνο τον βομβαρδισμό, αποφάσισαν να την «υιοθετήσουν».

                Η μικρή Κατίνα σιγά σιγά γίνεται φίλη με τους πιλότους και από αμίλητο και αγέλαστο κοριτσάκι που ήταν, αρχίζει να επικοινωνεί μαζί τους με όποιο τρόπο μπορεί. Παρ’ όλο που δεν μιλά τη γλώσσα τους και, φυσικά, ούτε εκείνοι τη δική της,  γελάει με τα αστεία τους και τους ακολουθεί όπου κι αν πάνε. Μέσα σε δυο μέρες, ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά τα ονόματα και τα παρατσούκλια όλων τους, ενώ εκείνοι προσπαθούν να της μάθουν φρασούλες στα Αγγλικά.  Η Κατίνα γίνεται η μασκώτ της Μοίρας.

                Εν τω μεταξύ ο πόλεμος μαινόταν. Οι Γερμανοί προχωρούσαν ακάθεκτοι, βομβαρδίζοντας με τα αεροπλάνα τους πόλεις και χωριά, κατακτώντας σπιθαμή προς σπιθαμή τη μικρή χώρα. Επόμενο ήταν τα συμμαχικά στρατεύματα να υποχωρούν. Οι Βρετανοί πιλότοι, σαν κυνηγημένοι,  μετακινούνταν από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο. Όπου κι αν πήγαιναν, βέβαια, έπαιρναν μαζί τους και τη μικρή Κατίνα, φροντίζοντάς την με πολύ τρυφερότητα και στοργή, αφού ήξεραν πόσο πόνο κουβαλούσε μέσα της αλλά και πόσο μίσος γι’ αυτούς  που της είχαν στερήσει την οικογένειά της.

                Τα πράγματα είχαν αγριέψει πολύ όταν στο τελευταίο αεροδρόμιο που είχαν συγκεντρωθεί οι λιγοστές δυνάμεις της βρετανικής αεροπορίας άρχισε μια ανελέητη επίθεση από αέρος από τα γερμανικά  Messerschmitt 110, που κατέριψαν σε κλάσματα δευτερολέπτου τα πρώτα δύο Hurricane που μόλις είχαν απογειωθεί  και στη συνέχεια άρχισαν να χτυπούν και τα υπόλοιπα αεροπλάνα που ήταν έτοιμα για απογείωση. Οι πιλότοι αμέσως πετάχτηκαν έξω και χώθηκαν στα βαθιά χαντάκια που είχαν σκάψει οι Έλληνες, σέρνοντας μάλιστα και έναν άτυχο συνάδελφό τους που είχε τραυματιστεί από τα γερμανικά πυρά.

                Τα Messerschmitt 110 στόχευσαν πρώτα τα χαντάκια και μετά τα βρετανικά αεροπλάνα ένα προς ένα, μεθοδικά και συστηματικά , ώσπου τους έβαλαν φωτιά. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός – στα δέντρα, στους βράχους, στο χορτάρι, οι σφαίρες έπεφταν βροχή. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η Κατίνα. Ερχόταν από την άλλη άκρη του αεροδρομίου κι έτρεχε μέσα σ’ αυτόν τον χαμό, κάτω από τις αστραπές των πολυβόλων, ανάμεσα στα φλεγόμενα αεροπλάνα. Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κάποια στιγμή σκουντούφλησε, αλλά αμέσως ξανασηκώθηκε και άρχισε πάλι να τρέχει. Κι ύστερα σταμάτησε και κοίταξε ψηλά, σηκώνοντας θυμωμένη  τις μικρές γροθιές της στα αεροπλάνα που πετούσαν από πάνω της.

                Έτσι όπως στεκόταν εκεί, ένα Messerschmitt  έκανε βουτιά προς το μέρος της και άρχισε να πυροβολεί. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, το παιδί στάθηκε ακίνητο κοιτώντας χωρίς φόβο το αεροπλάνο. Κι ύστερα έπεσε στο έδαφος.

                Αμέσως, από κάθε γωνιά του αεροδρομίου πετάχτηκαν άντρες που άρχισαν να τρέχουν σαν τρελοί προς  το σωριασμένο κορμάκι που κειτόταν καταμεσής του αγρού. Αυτός που έφτασε πρώτος την άρπαξε γρήγορα και άρχισε πάλι να τρέχει μαζί με τους άλλους πίσω στα χαντάκια. Το αίμα είχε λερώσει το άσπρο εμπριμέ φουστανάκι της, ενώ το πρόσωπό της ήταν άσπρο σαν το χιόνι. Ο γιατρός που άγγιξε απαλά τον καρπό της, έσβησε και την τελευταία ελπίδα: «Δεν ζει πια…»

                Την ακούμπησαν κάτω από ένα δέντρο και κοιτώντας γύρω τους, οι πιλότοι είδαν όλα τα αεροπλάνα τους τυλιγμένα στις φλόγες. «Καθώς κοίταζα τη φωτιά», αφηγείται ο Νταλ, «αυτή γινόταν όλο και πιο βαθυκόκκινη  και πέρα απ’ αυτήν διέκρινα όχι μια μπερδεμένη μάζα από μέταλλα, αλλά τις φλόγες μιας πιο θερμής και δυνατής φωτιάς που τώρα έκαιγε στις καρδιές των Ελλήνων».  Όμως μέσα στις φλόγες, διέκρινε και ένα λευκό, λαμπερό φως, που σιγά σιγά έγινε απαλό και κίτρινο σαν ηλιαχτίδα  και μέσα σ’ αυτό είδε ένα κοριτσάκι να στέκεται στη μέση ενός χωραφιού με το φως του ήλιου να λάμπει στα μαλλιά της. Για μια στιγμή η μικρή στάθηκε και κοίταξε ψηλά στον ουρανό, που τώρα ήταν καθαρός και καταγάλανος, χωρίς κανένα σύννεφο. Κι ύστερα γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια, και καθώς γύρισε φάνηκε μπροστά στο λευκό εμπριμέ φουστανάκι της ένας κατακόκκινος λεκές στο χρώμα του αίματος…

 

Η Όλγα Λαζοπούλου έχει σπουδάσει Ψυχολογία αλλά ασχολείται με τη μετάφραση. Είναι περήφανη για τις μεταφράσεις το βιβλίων «Αγόρι», «Σόλο Πορεία» και κυρίως «Τα Παραμύθια Ανάποδα» και «τα Παλιοτέρατα» — όλα έργα του αγαπημένου της Ρόαλντ Νταλ. Τον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, φτιάχνει κεραμικά και της αρέσει να ακούει ιστορίες, τις οποίες και καταγράφει όταν αυτές είναι αρκετά συναρπαστικές. Ένα δείγμα από τέτοιες ιστορίες μπορεί να βρει κανείς στο www.istoriesdo.blogspot.com .

Σχολιάστε το άρθρο

  • Φαίδρα Σίμιτσεκ

    Σ’ευχαριστώ Όλγα γι’αυτό το ωραίο και συγκινητικό κείμενο.

    Γύρισα απ’τη μαθητική παρέλαση απογοητευμένη από το θέαμα που αντίκρισα. Κάθε χρόνο και χειρότερο γίνεται. Δεν ξέρω τι κάνουμε λάθος και υπάρχει τέτοια αδιαφορία, άγνοια, βαριεστιμάρα και απαξίωση στη νεολαία σχετικά με αυτά τα γεγονότα ή κάνω λάθος; Είναι ο τρόπος που τα μεταφέρουμε; Μήπως πρέπει να διαβάσουν Νταλ, St-Exupery κτλ…να ζωντανέψει λίγο το πράγμα;

  • Όλγα Λαζοπούλου

    Νομίζω ότι φταίει ο τρόπος που διδάσκεται η Ιστορία, όπως και όλα τα μαθήματα — ξερά και στα «παπαγαλέζικα», σαν να μην αφορούν μια πραγματικότητα. Ακόμα κι αν δεν διαβάσουν Νταλ και Σαιντ Εξυπερύ, θα είχαν πολλά να μάθουν από τους παπούδες και τις γιαγιάδες τους που έζησαν αυτά τα γεγονότα και σίγουρα κάτι θα έχουν να διηγηθούν.

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.