Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Ένα Σαββατοκύριακο στο Μοναστήρι

Μπήκε με φόρα ο Οκτώβρης, με κρύο και μπόλικο νερό. Εδώ πάνω, στα μέρη μου τουλάχιστον, βρέχει εδώ και δέκα μέρες, σχεδόν ασταμάτητα. Μόνη φωτεινή εξαίρεση το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε. Ξημέρωσε το Σάββατο στεγνό και κρύο, με τη θερμοκρασία γύρω στους έξι βαθμούς, λουσμένο από έναν λαμπρό, χειμωνιάτικο ήλιο. Λες και μου ‘κανε χάρη ο καιρός, αφού είχαμε  προγραμματίσει ταξιδάκι  στα Μπίτολα.

«Weekend στα Μπίτολα;» θα μου πείτε… Πιθανόν ν’ ακούγεται περίεργο, ίσως ακόμα σε πολλούς το όνομα να μη λέει τίποτα. Τα Μπίτολα ή Βιτόλια ή Μοναστήρι ή Μαναστίρ ή αλλιώς «Η πόλη των προξένων και των πιάνων» είναι μια πόλη περίπου 80.000 κατοίκων, η δεύτερη σημαντικότερη της FYROM. Μια πόλη με μεγάλη ιστορία που εμπλέκει Σέρβους, Έλληνες, Ελληνόφωνους Βλάχους, Ρουμανόβλαχους, Βουλγάρους, Εβραίους κι άλλους πολλούς κατοίκους των Βαλκανίων. Μια πόλη μεγαλείο, με αμέτρητα πράγματα να δείξει.

Σε απόσταση μικρότερη των είκοσι χιλιόμετρων απ’ τη Φλώρινα, μετά τα χωριά «Σκοπός» και «Καλλινίκη» περνάμε από το συνοριακό φυλάκιο της Νίκης. Στην «άλλη πλευρά», οι διατυπώσεις ανύπαρκτες. Διαβατήριο ή ταυτότητα, ένα «μπλαγκοντάραμ» (ευχαριστώ) και φύγαμε. Από τη στιγμή που θα μπούμε, πέντε λεπτά δρόμος και να τα Μπίτολα μπροστά μας. Ή μάλλον όχι μπροστά μας. Κρυμμένα, πίσω από τις θεόρατες, άβαφες κι άχαρες πολυκατοικίες σήμα κατατεθέν του πρώην «ανατολικού μπλοκ». Μα αν δεν ξεγελαστούμε και δεν προσπεράσουμε, αν στρίψουμε μέσα αντί να τραβήξουμε το δρόμο για Οχρίδα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια πόλη χαμηλή, γεμάτη πράσινο, υπέροχα αναπαλαιωμένα νεοκλασικά, τζαμιά και εκκλησίες, μουσεία και γκαλερί, εστιατόρια και καφέ για κάθε γούστο.

Μια βόλτα στο Σιροκ Σοκάκ, τον κεντρικο πεζόδρομο όπου ακούμε να μιλάνε μεταξύ άλλων και ελληνικά, ένα καφεδάκι υπό το αυστηρό, μαρμάρινο βλέμμα του Στρατάρχη Τίτο που ατενίζει τη «μετά Τίτο» εποχή από το βάθρο του, και μεσημέριασε. Μεσημεριανό στο πόδι, σ’ ένα από τα μαγαζάκια δίπλα στη γέφυρα του Ντραγκόρ, του ποταμού Υδραγόρα ελληνιστί. Νοστιμότατα σάντουιτς  με τιμές αντιστρόφως ανάλογες του μεγέθους τους. Συνολικά, το μεσημεριανό για δυο άτομα κόστισε περί τα τρία ευρώ!!!

Η μέρα έχει ζεστάνει κάπως, και το απομεσήμερο είναι ότι πρέπει για περπάτημα στο πάρκο. Προτομές ηρώων, κάποιοι μεταξύ των οποίων φέρουν ελληνικά ονόματα όπως  αυτό της Ελπίδας Καραμανδη, στέκουν κάτω από ψηλά δέντρα,  δέντρα χρωματισμένα με τα υπέροχα χρώματα του φθινοπώρου. Καινούργιο πλακόστρωτο και παγκάκια που ακόμα μυρίζουν βερνίκι, καθαριότητα και μια απλή, απαίρητη ομορφιά  είναι ότι έχει να επιδείξει το πάρκο της πόλης. Ιδανικός τόπος για το παιχνίδι των παιδιών, τη βόλτα των ηλικιωμένων, για χαλάρωση και διάβασμα, για ποδηλασία και σκέιτ.

Σιγά-σιγά η νύχτα πέφτει πάνω από την πόλη, αλλά δεν την αποκοιμίζει…  Πολλά πράγματα μας περιμένουν ακόμα: μια έκθέση ζωγραφικής στo αναπαλαιωμένο κτίριο Magaza,  το Διεθνές Φεστιβάλ κλασσικής μουσικής που απόψε φιλοξενεί τον Ιταλό πιανίστα Φραντσέσκο Νικολόζι, το Φεστιβάλ κινηματογράφου που ξεκινάει όπου να ‘ναι, live σκηνές, μπαράκια και κλάμπινγκ για όποιον επιθυμεί…

Πιτσαρίες, μπυραρίες και κομψά εστιατόρια υπόσχονται να μην αφήσουν κανέναν πεινασμένο. Φαγητό και ποτό για δύο σ’ ένα πολύ όμορφο εστιατόριο. Λογαριασμός; Εννιά ευρώ!

Περνάμε τη νύχτα σ’ ένα μικρό Bed & Breakfast, ένα αναπαλαιωμένο κτίριο «Αυστριακού ρυθμού» όπως αυτοχαρακτηρίζεται, χτισμένο στα 1915, ένα από τα πολλά αρχιτεκτονικά  στολίδια της πόλης

Κυριακή πρωί, βόλτα στη μουσουλμανική συνοικία της πόλης οριοθετημένη από το ευδιάκριτο σύνορο του Ντραγκόρ. Εκεί εδρεύει και η –μόνιμη- λαϊκή αγορά της πόλης. Πιπεριές παντού! Πράσινες, αλλά κυρίως κόκκινες, στρογγυλές, μακρουλές, μικρές και μεγάλες, φρέσκες, τουρσί, αρμαθιασμένες για να στεγνώσουν, δίνουν ένα απίστευτο χρώμα στο μέρος. Κολοκύθες, πεπόνια, φασόλια, τουρσιά, καρύδια, μέλι, ελιές και μήλα ξεχειλίζουν στους πάγκους. Οι συναλλαγές γίνονται με ηρεμία και αξιοπρέπεια. Αν και όλοι σχεδόν οι πάγκοι πουλούν τα ίδια προϊόντα, κανείς δεν προσπαθεί να προσελκύσει με φωνές στο δικό του πάγκο. Ο πελάτης επιλέγει χωρίς τον παραμικρό καταναγκασμό. Οι Έλληνες κι εδώ πολλοί, σχεδόν μισοί-μισοί με τους ντόπιους. Δεν μπορούμε ν’ αντισταθούμε στο φλογερό κόκκινο χρώμα τους κι αγοράζουμε μια σακούλα πιπεριές…

Πίνουμε τον καφέ μας δίπλα στο ποτάμι κι έπειτα τριγυρνάμε λίγο ακόμα στην πόλη πριν πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Περνάμε από την Καθολική Εκκλησία, την Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγ. Δημητρίου, τη “Biserica armaneasca Constantin si Elena” εκκλησία των Βλαχόφωνων, απ’ όσο μπορούμε να καταλάβουμε από τα λίγα ρουμάνικα  με τα οποία προσπαθούμε να συνεννοηθούμε, το  Τέμενος Αϊντάρ Καντί, το Τζαμί Ισαάκ Τσελεμπί, το μνημείο για τους Εβραίους κατοίκους της πόλης που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα…  Τη στρατιωτική ακαδημία στην οποία φοίτησε και ο Κεμάλ –σημερινό μουσείο της πόλης-,  το σπίτι όπου έζησαν οι αδερφοί Μανάκη -οι πρώτοι κινηματογραφιστές των Βαλκανίων-, το τούρκικο χαμάμ… Συνυφασμένες κουλτούρες, γλώσσες και θρησκείες  δημιουργούν ένα πολυσύνθετο μωσαϊκό κάνοντας την πόλη αυτή να ξεχωρίζει, χαρακτηριστικό παράδειγμα της Βαλκανικής πολυπολιτισμικότητας.

Ο χρόνος μας τελειώνει. Πρέπει να επιστρέψουμε σιγά-σιγά. Κάνουμε λίγες στάσεις ακόμα, στα χωριά Μπούκοβο και Μπιστρίτσα, στην αρχαία Ηράκλεια, και στις τέσσερις το μεσημέρι είμαστε ήδη στην ελληνική πλευρά των συνόρων. «Αγοράσατε τίποτα;» μας ρωτούν. «Πιπεριές», απαντάμε και συνεχίζουμε το δρόμο μας. Σε μιάμιση ώρα έχουμε ήδη φτάσει στο κατώφλι του σπιτιού μας. Νοιώθοντας ικανοποιημένοι, πλήρεις από γεύσεις και θεάματα. Νοιώθοντας περηφάνια για τη Βαλκανική καταγωγή μας. Ένα μικρό Σαββατοκύριακο που όμως άξιζε πολλά!!!

H Χρυσάνθη Πρωτοψάλτου είναι βρεφονηπιοκόμος, έχει γράψει τέσσερα παιδικά βιβλία που κυκλοφορούν από τον εκδοτικό οίκο «Μοντέρνοι Καιροί». Ζει και εργάζεται στην Ημαθία και μεταξύ δουλειάς και οικογένειας, χαίρεται να μαθαίνει ξένες γλώσσες και να ταξιδεύει.

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.