Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Η εκφυλισμένη τέχνη του Μunch

Η Άννα-Μπελίντα Φυρού, ιδρύτρια του Μουσείου Ηρακλειδών, στο Θησείο, σε μια σπάνια επίσκεψή της στην Αθήνα, έδωσε μια αποκλειστική και ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον Πέτρο Μπιρμπίλη και στο περιοδικό Media Soup τον περασμένο Φεβρουάριο. Την αναδημοσιεύουμε ολόκληρη.

«Είναι από τα αγαπημένα μου μικρά μουσεία της Αθήνας. Ίσως γιατί πηγαίνοντας και φεύγοντας βλέπεις αναπόφευκτα την υπέρλαμπρη Ακρόπολη, το πολύβουο πλήθος των αγοριών και κοριτσιών στις καφετέριες, και τον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, που αν τον ακολουθήσεις θα σε βγάλει στο Μουσείο της Ακρόπολης. Είναι ένα νέο Μουσείο το Μουσείο Ηρακλειδών. Άνοιξε τις πύλες του το 2004, “με σκοπό την παρουσίαση καλλιτεχνών που διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στην εξέλιξη της Τέχνης” όπως μου λέει η Ελληνίδα κάτοικος Αμερικής κυρία Φυρού, σε μια από τις σπάνιες επισκέψεις της στην Ελλάδα. Καθόμαστε καθισμένη στο μικρό αίθριο. στο κέντρο του υπέροχου, τριώροφου νεοκλασικού. Εκτός από την παρουσίαση των μόνιμων συλλογών του, M.C. Escher και Victor Vasarely και πολλών άλλων το Μουσείο έχει φιλοξενήσει την πλήρη συλλογή γλυπτών του Edgar Degas, έργα του Toulouse-Lautrec, του Adolf Luther, της Carol Wax, του Νεοϋορκέζου φωτογράφου Francesco Scavullo και τώρα του Edvard Munch.

Εμπνευστές και δημιουργοί του Μουσείου ο επιχειρηματίας και συλλέκτης κ. Παύλος Φυρός και η σύζυγός του Άννα.

Η αγάπη σας για την τέχνη πώς ξεκίνησε;

Όταν ήμουν παιδί ήθελα να γίνω σκηνογράφος αλλά οι δικοί μου πίστευαν ότι δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα διότι όπως έλεγαν οι καλλιτέχνες πεινάνε. Με παρότρυναν να ασχοληθώ με τις γλώσσες που ήταν πιο πρακτικό. Έτσι σπούδασα διερμηνεύς στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης.

Το φέρετε βαρέως που δεν πραγματοποιήθηκε το παιδικό όνειρό σας;

Ναι, ακόμα και τώρα. Αλλά θα ήμουν καλή; Δεν το ξέρω ούτε και θα το μάθω.

Και κάπως έτσι γίνατε συλλέκτρια!

Το κοινό μας πάθος για την τέχνη με τον άνδρα μου, μας έκανε συλλέκτες. Κάθε φορά που επισκεπτόμασταν Μουσεία, αγοράζαμε κάρτες, πόστερ, ημερολόγια, ότι μας επέτρεπαν τα οικονομικά μας εκείνη την εποχή. Αργότερα, όταν πλέον μπορούσαμε, αρχίσαμε να αγοράζουμε αυθεντικά έργα, ειδικά του Escher για τον οποίο ο άνδρας μου έτρεφε μεγάλο θαυμασμό. Σιγά σιγά η συλλογή αυτή όλο και μεγάλωνε. Οι φίλοι που ερχόντουσαν στο σπίτι λέγανε αστειευόμενοι «Για να δούμε τι καινούργιο απέκτησε το Μουσείο!». Μέχρι που κάποτε οι τοίχοι μας δεν ήσαν αρκετοί. Αποφασίσαμε λοιπόν να τα φέρουμε στην Αθήνα επειδή ως Έλληνες του εξωτερικού έχουμε ιδιαίτερη αγάπη στην Ελλάδα. Όταν αγοράσαμε το νεοκλασικό κτήριο στο Θησείο το όνειρο έγινε πραγματικότητα… Ήταν το 2004.

Τι σχέση έχετε με την συλλογή σας;

Τα έργα τέχνης μας μαθαίνουν πολλά, αφού πριν από κάθε έκθεση είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε επισταμένη έρευνα.. Σίγουρα δεν είναι ένα απλό χόμπι, για να περνάει η ώρα. Ο άνδρας μου λέει «γιατί το κάνουμε αυτό στον εαυτό μας;»

Οι επιλογές σας έχουν και επενδυτικό χαρακτήρα;

Δεν θα βάζαμε στο σπίτι μας κάτι που δεν θα θέλαμε να βλέπουμε ή που μας είναι αδιάφορο. Ζούμε με τα έργα μας. Αγοράζουμε έργα τέχνης που μας δίνουν χαρά. Κι αυτή τη χαρά μας αρέσει να την μοιραζόμαστε.

Πως είναι να συμβιώνεις με τόσο «μεγάλα» έργα;

Παρότι ο καιρός δημιουργεί οικειότητα και οι απαιτήσεις της καθημερινότητας θα μπορούσε να τα κάνει αόρατα, η παρουσία τους είναι ευεργετική, Ορισμένα με κάνουν ακόμα και σήμερα να στέκομαι με δέος μπροστά τους. Με κάνουν να τα ξεχνώ όλα.

Τα μικρά μουσεία είναι λιγότερο σημαντικά από τα μεγάλα; Τι πιστεύετε;

Τα μικρά Μουσεία είναι πιο ξεκούραστα. Ένα μεγάλο Μουσείο δεν γίνεται να το το δεις σε μια επίσκεψη. Δυο ώρες είναι το μάξιμουμ που μπορεί να περάσει κανείς ξεκούραστος σ’ έναν εκθεσιακό χώρο. Ύστερα το σώμα και το μυαλό κουράζονται, δεν μπορείς να αφομοιώσεις αυτά που βλέπεις.

Έχετε διαφωνίες με τον άνδρα σας για τα έργα που θέλετε να αποκτήσετε για την συλλογή σας;

Τον άντρα μου τον γνώρισα όταν ήμουν 17 ετών και από τότε ζούμε μαζί. Αν εξαιρέσεις ότι ο αγαπημένος του καλλιτέχνης είναι ο Escher ενώ εγώ αγαπώ τον Toulouse-Lautrec, τα γούστα μας είναι κοινά. Μάλιστα όταν πάμε σε πλειστηριασμούς παίζουμε ένα παιχνίδι. Κρυφά απ’ τον άλλον σημειώνουμε ποια έργα από αυτά που θα παρουσιαστούν θα θέλαμε να αποκτήσουμε με σειρά προτεραιότητας. Όταν αποκαλύπτουμε τις σημειώσεις, διαπιστώνουμε ότι σε ποσοστό 99 % οι προτεραιότητες μας συμφωνούν απόλυτα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ MUNCH

Edvard Munch

Ανήκει στους προδρόμους του εξπρεσιονισμού. Γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1863 στο χωριό Άνταλσμπρουκ της Νορβηγίας και μεγάλωσε στο Όσλο. Το 1879 ο Μοunch εγγράφηκε σε τεχνικό κολλέγιο, με θέμα μελέτης την εφαρμοσμένη μηχανική, αλλά διέκοψε τις σπουδές του λόγω συχνών ασθενειών. Το 1880, άφησε το κολλέγιο για να γίνει ζωγράφος. Ενώ επηρεάζεται καλλιτεχνικά από τους μετα-ιμπρεσσιονιστές, ο Μουνκ είναι συμβολιστικός σε περιεχόμενο, απεικονίζοντας μια κατάσταση του μυαλού παρά μια εξωτερική πραγματικότητα. Δεν αποσκοπούσε στην απεικόνιση μιας τυχαίας στιγμής της πραγματικότητας, αλλά σε καταστάσεις που υπάρχει έντονο συναισθηματικό περιεχόμενο και εκφραστική ενέργεια. Υπολόγιζε προσεκτικά τις συνθέσεις του για να δημιουργήσει μια ανήσυχη, τεταμένη ατμόσφαιρα. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1890 o Μουνκ υιοθέτησε ένα ρηχό εικονογραφικό στυλ, ελάχιστο σκηνικό για τις φιγούρες του.

Το 1892, η ένωση των καλλιτεχνών του Βερολίνου προσκάλεσε τον Μουνκ στην Έκθεση του Νοεμβρίου. Τα έργα του προκάλεσαν πικρή διαμάχη και μετά από μια εβδομάδα η έκθεση έκλεισε. Στο Βερολίνο, τότε κέντρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο Μουνκ ενσωματώθηκε σε έναν διεθνή κύκλο συγγραφέων, καλλιτεχνών και κριτικών, συμπεριλαμβανομένου του Σουηδού δραματουργού Αύγουστου Στρίντμπεργκ.

Το φθινόπωρο του 1908 η αδυναμία του Μουνκ, συνδεδεμένη με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, άρχισε να γίνεται πιο οξεία. Βασανιζόμενος από τις παραισθήσεις του και από μανία καταδίωξης, εισήχθη στην κλινική του Dr. Daniel Jacobson. Η θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε ο Μουνκ για τους επόμενους οκτώ μήνες περιελάμβανε δίαιτα και «ηλέκτριση» (μια τότε μοντέρνα θεραπεία για τα νευρικά συμπτώματα, που δεν πρέπει να συγχέεται με το ηλεκτροσόκ). Η παραμονή του Μουνκ στο νοσοκομείο σταθεροποίησε την προσωπικότητά του και μετά την επιστροφή του στη Νορβηγία το 1909 παρουσίασε περισσότερο ενδιαφέρον για τα θέματα φύσης• η εργασία του έγινε πιο ζωηρόχρωμη και λιγότερο απαισιόδοξη.

Στη δεκαετία του ’30 και τη δεκαετία του ’40, οι Ναζί θεώρησαν τα έργα του «εκφυλισμένη τέχνη» και αφαίρεσαν τη δουλειά του από τα γερμανικά μουσεία. Ο Μουνκ πληγώθηκε βαθιά, καθώς είχε αρχίσει να αισθάνεται τη Γερμανία σαν την δεύτερη πατρίδα του.

Έχτισε ένα στούντιο και ένα σπίτι στο κτήμα Ekely στο Skøyen του Όσλο, όπου και πέρασε τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του. Πέθανε εκεί στις 23 Ιανουαρίου 1944, έναν μήνα μετά από τα 80ά γενέθλιά του. «

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.