Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Συνομιλία με την κα Ασπασία Γαλανού | Ανάπτυξη, κώφωση και κοχλιακό εμφύτευμα

Η κώφωση ή βαρηκοΐα μεγάλου βαθμού εκ γενετής, αργεί συνήθως να γίνει αντιληπτή όταν προκύπτει για πρώτη φορά σε μια οικογένεια. Αυτό γιατί τα κωφά μωρά αναπτύσσουν μέχρι 6 μηνών ένα είδος βρεφικής πολυλογίας, όπως κάνουν τα ακούοντα μωρά, αρκετό ώστε να δώσει την λανθασμένη εντύπωση στους άπειρους γονείς ότι γίνεται η επιθυμητή προετοιμασία για την ανάπτυξη της ομιλίας. Βέβαια, αυτή η συμπεριφορά χάνεται σταδιακά μετά τους 6 μήνες. Επί πλέον, η μεγάλη τους οπτική οξυδέρκεια και σωματική αντίληψη των δονήσεων του χώρου π.χ. μια πόρτα που χτυπάει, ξεγελάει ακόμη περισσότερο τους γονείς, ή ακόμα και τον παιδίατρο που συναντάει 1 στα 1000 παιδιά τέτοιας περίπτωσης, και συνηγορούν στο να πιστέψουν ότι η μη ανάπτυξη λόγου καθυστερεί απλώς. Έτσι, η κώφωση αναγνωρίζεται κατά μέσο όρο γύρω στο πρώτο έτος. Μια προσεκτική μητέρα θα παρατηρήσει βέβαια με τον καιρό την μη ανταπόκριση του παιδιού της, ή την έλλειψη ενδιαφέροντός του προς τα καθαρά ηχητικά ερεθίσματα, όπως θα παρατηρήσει κατά καιρούς την ανάπτυξη μιας συμπεριφοράς αποστασιοποίησης από το περιβάλλον ή μιας νευρικότητας που κατευνάζεται πιο δύσκολα από ό,τι θα περίμενε κανείς. Όλα αυτά δικαιολογούνται εκ των υστέρων από την περιορισμένη επικοινωνία: το παιδί δεν έχει γλώσσα να μιλήσει και η μάνα δεν έχει γλώσσα να του πει. Από τη στιγμή της διάγνωσης κι ύστερα αρχίζει ένα οικογενειακό ταξίδι με κρίσιμες επιλογές ζωής και η επιλογή της εκμάθησης του προφορικού λόγου, αντί της νοηματικής, είναι μια μακρόχρονη προσπάθεια. Δεν αποκαθιστώ την ομιλία όπως αποκαθιστώ την όραση φορώντας γυαλιά και η αποκατάσταση αυτή αγγίζει βαθειά το παιδί.

Η κα Ασπασία Γαλανού είναι κλινική ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια παιδιών και εφήβων και έχει μεγάλη πείρα με παιδιά με προβλήματα ακοής. Είχαμε την τύχη να συνομιλήσουμε μαζί της και οι απαντήσεις της στα ερωτήματά μας δίνουν την ευκαιρία να καταλάβουμε κάποιες βασικές θεωρητικές έννοιες γύρω από την ψυχολογία και την ανάπτυξη αλλά και να συνειδητοποιήσουμε τα ζητήματα των παιδιών στα οποία έγινε προσπάθεια αποκατάστασης της ακοής τους. Μια ενδιαφέρουσα συνομιλία πάνω σε ένα ζήτημα που σπανίως θίγεται.

 

Ποια είναι η ψυχολογική ανάπτυξη των εκ γενετής κωφών παιδιών; Είναι όπως και των ακουόντων;

Τα τελευταία χρόνια, η οπτική γύρω από την ανάπτυξη του παιδιού έχει αλλάξει. Αντί λοιπόν για την ανάπτυξη του παιδιού θα μιλάγαμε για την ανάπτυξη του βρέφους, υπογραμμίζοντας με αυτό τον τρόπο την σημασία του χρόνου, από τις πρώτες μέρες της ζωής του κιόλας. Οι μελέτες αυτές δείχνουν την ικανότητα αλλά και ετοιμότητα του βρέφους από την αρχή να συνδέεται με το πρόσωπο φροντίδας, αλλά και να οργανώνει τα ερεθίσματα με έναν δικό του τρόπο.

Η διαπίστωση αυτή θέτει προϋποθέσεις αλλά και συνθήκες τέτοιες από την πλευρά και των δύο μερών στη εγκατάσταση μιας σχέσης προκειμένου να είναι σταθερή και ασφαλής.

Ο Τrevarthen μιλάει για πρώιμη συναισθηματική εννόηση του βρέφους. Για την ανάπτυξη (συναισθηματική και νοητική) θέτει ως βάση την ικανότητα κατόπτρισης και απαντητικότητας της μητέρας, στις ανάγκες του. Και από άλλους ερευνητές, τον Emde και τον Sroufe, ολοένα η έμφαση δίνεται στη συμπληρωματικότητα από τη μια της συναισθηματικής πρόθεσης του βρέφους και από την άλλη στη συναισθηματική διαθεσιμότητα της μητέρας, στα μηνύματα και καταστάσεις αυτού. Ο Srern το 1985 εκτιμά πως από τον πρώτο χρόνο υπάρχουν πρωτογενείς οργανώσεις της υποκειμενικής εμπειρίας του εαυτού και της μητέρας. Κατά τον πρώτο χρόνο αναγνωρίζει 4 αισθήσεις εαυτού. Κάθε μία από αυτές αποτελεί τον πρόδρομο μιας λειτουργίας που αργότερα θα οργανώσει την εμπειρία με πιο ώριμο και οργανωμένο τρόπο. Μία από αυτές είναι και η αίσθηση ύπαρξης σώματος, και η αντιληπτική οργάνωση της εμπειρίας μέσω των αισθήσεων στο σώμα. Αυτές οι πρώιμες εμπειρίες καταγράφονται ως εμπειρίες σώματος, και συνδέονται με αισθήματα, τα οποία μπορούν να παραμείνουν ¨εκτός συνείδησης¨ τα οποία μόνο αργότερα και κάτω από συγκεκριμένες καταστάσεις ή αφορμές μπορούν ν’ αναγνωρισθούν.

Έτσι λοιπόν διαγράφονται δυο παράμετροι: αυτή του βρέφους με τις αναπτυξιακές δυνατότητες, δυναμικού και με ικανότητες και από την άλλη έχουμε την οργάνωση και διαθεσιμότητα της μητέρας.

Στην περίπτωση λοιπόν μιας οργανικής δυσλειτουργίας, όπως στην περίπτωση της ακοής, πέρα από αυτά που έχουν ήδη προαναφερθεί, λαμβάνονται επί πλέον υπ’όψιν : το είδος, η ένταση, η έναρξη αλλά και ο χρόνος που γίνεται αντιληπτό το πρόβλημα και δίδεται η διάγνωση. Ακόμη ο χρόνος της διάγνωσης αλλά και η ποιότητα της σχέσης μέχρι εκείνη τη στιγμή παραμένει ένας ισχυρός διαγνωστικός δείκτης. Επί πλέον, η θέση (φαντασιωσική και πραγματική) της δυσλειτουργίας στο οικογενειακό στερέωμα παίζει σημαντικό ρόλο.

Η απάντηση στο ερώτημά σας είναι λοιπόν ότι η δυσλειτουργία στην ακοή τροποποιεί την αναμενόμενη πορεία, γύρω από την αντίληψη του σώματος, του εαυτού και της σχέσης με το περιβάλλον, είτε αυτό νοείται ως πρόσωπα ή άλλα αντικείμενα. Γνωρίζοντας ότι ο ήχος προσθέτει μία τρίτη, επί πλέον διάσταση στην εικόνα, δηλαδή δίδει το βάθος, σημαίνει πως εγκαθιστά μία απόσταση αλλά και ταυτόχρονα μια διείσδυση στον άλλο, στον προσωπικό του χώρο. Αυτό σημαίνει πως η αντίληψη του χώρου και του χρόνου αποκτά μία ¨προσωπική διάσταση¨. Θα λέγαμε επίσης πως όλα αυτά συνεκτιμώνται, με την ποιότητα της σχέσης, όπως μέχρι τότε έχει δομηθεί αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η επικοινωνία έχει μορφοποιηθεί.

 

Ποιά είναι η ηλικία ορόσημο από την οποία και μετά είναι κρίσιμο το παιδί να έχει μπει σε ένα δρόμο απόλυτης και ελεύθερης επικοινωνίας;

Δεν υπάρχει κάποια ηλικία ορόσημο ως προς την ¨αποκατάσταση¨. Η προτεραιότητα βρίσκεται στην εγκατάσταση μιας σχέσης, όπου και από τις δύο πλευρές (μητέρα-βρέφος) υπάρχει η πρόθεση επικοινωνίας, με όποιο τρόπο η δυάδα μπορεί, αρχικά. ¨Απόλυτη και ελεύθερη¨ θα έλεγα ότι είναι αισθήματα που αφορούν στον εαυτό του παιδιού, εάν και εφόσον μπορεί να ενδυθεί και τον άλλο ¨μη ακούοντα ¨εαυτό του.

 

Για πολλούς λόγους, ο αυθόρμητος προσανατολισμός του κωφού παιδιού προς την οπτική και μέσω χειρονομιών επικοινωνία συχνά δεν ενθαρρύνεται. Τι επίπτωση έχει αυτό στην ψυχολογία του μικρού παιδιού που εκπαιδεύεται στον προφορικό λόγο; Έχει σημασία το πόσο αβίαστα γίνεται η εκπαίδευση αυτή;

Σημασία έχει ο τρόπος επικοινωνίας που το παιδί νιώθει δικό του. Αντίθετα υπάρχει η πιθανότητα, ο άλλος λόγος, να μην αποτελεί ομιλία αλλά να είναι ένα ξένο ¨μέσο επαφής¨. Μην ξεχνάτε ότι υπάρχει διαφορά στην έννοια του λόγου και της ομιλίας. Εννοείται δηλαδή η ύπαρξη ¨εσωτερικού λόγου¨ ακόμη και όταν δεν υπάρχει ομιλία. Μπορεί αυτός να προκύπτει στην έκφραση ή και τη συμπεριφορά. Εξ άλλου η ύπαρξη ακουστικού δεν προϋποθέτει και τη συναισθηματική διαθεσιμότητα για ακοή. Έτσι μπορεί να υπάρχει ¨επιλεκτική¨ ακοή. Ο στόχος είναι πάντα εξατομικευμένος. Γενικότερα δεν στοχεύει κανείς αποκλειστικά στην κατάκτηση της ομιλίας, όσο στην κατάκτηση της επικοινωνίας.

 

Η δυνατότητα κοχλιακού εμφυτεύματος έρχεται συχνά σαν μάννα εξ ουρανού στους γονείς: το πρόβλημα του κωφού παιδιού ανάγεται συχνά σε έναν μη λειτουργικό κοχλία και ό,τι μπορεί να επαναφέρει την ακοή είναι καλοδεχούμενο. Η διαδικασία εκμάθησης της γλώσσας έρχεται σε αυτή την περίπτωση με έναν αβίαστο και φυσικό τρόπο αν η εμφύτευση γίνει σε πολύ μικρή ηλικία και δεν γεννιέται άμεσα η ανάγκη μια ψυχολογικής παρακολούθησης, αλλά ούτε ενθαρρύνεται επισήμως. Πώς το σχολιάζετε;

Το κοχλιακό εμφύτευμα, μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο εξομοίωσης και όχι αφομοίωσης του λόγου και συνεπώς της ομιλίας, ως τρόπου ύπαρξης μεταξύ άλλων. Η ανάγκη βοήθειας, λοιπόν προκύπτει, όταν η δυνατότητα συν-ομιλίας καθίσταται αδύνατη, ανέφικτη, ανεπιθύμητη… Επαναλαμβάνω ότι δεν είναι βέβαιο, ότι επειδή κάποιος είναι ομιλών, είναι και ακούων, δηλαδή όχι κουφός ¨ψυχικά¨. Αυτό αποτελεί πρόβλημα όταν το ίδιο το παιδί υποφέρει και στην ¨ηλικιακή” εφηβεία, τα θέματα μεγεθύνονται ακόμα περισσότερο επειδή, ο εαυτός είναι ακόμη σε αναζήτηση στέγης, δηλαδή σε εκκρεμότητα.

 

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.