Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Τοπ 5 βιβλίων για τη μουσική

Τα βιβλία διαβάζονται και η μουσική ακούγεται. Αυτό είναι γνωστό παλαιόθεν. Όμως κάποιοι μπορούν να κάνουν και το ανάποδο. Να ακούσουν τα βιβλία, τους ήχους που περιγράφονται μέσα, τις φωνές των πρωταγωνιστών, τους θορύβους του. Κάποιοι άλλοι π.χ. οι μεγάλοι μαέστροι ή συνθέτες, ακούν 5 και 6 όργανα μαζί και μπορούν να «διαβάσουν» τις διαφορετικές μελωδικές γραμμές, όπως διαβάζεις γράμματα και λέξεις.

Βέβαια υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος να «διαβάσεις» τη μουσική. Αφορά τους περισσότερους από εμάς, που δεν διαθέτουμε παρόμοια χαρίσματα. Τέτοια βιβλία της μουσικής γράφτηκαν είτε από ιστορικούς είτε από μουσικούς και περιγράφουν ανθρώπους, συνθήκες, τεχνικές, επιρροές, αναλύσεις έργων και κριτική (σαν την κριτική δεν έχει!). Παίρνεις λοιπόν κι εσύ ένα τέτοιο βιβλίο, διαβάζεις για την ιστορία των διαφόρων μουσικών ειδών κι αισθάνεσαι κομμάτι πολιτισμένος. Προτείνω λοιπόν τα παρακάτω 5 βιβλία:

[Η ορχήστρα του Paul Bekker, Εκδ. Νεφέλη]

Σπουδαία δουλειά, για πολύ-πολύ μυημένους. Γραμμένο το 1936, από διευθυντή ορχήστρας, αναλύει την εξέλιξη της συμφωνικής ορχήστρας, περνώντας από την κλασσική περίοδο (1600-1750), δια μέσου Ρομαντικών συνθετών, Οπερατικής μουσικής, δεξιοτεχνικών συνθετών,  συνθετών με κοσμογονικά οράματα, δια μέσου επιγόνων και φτάνοντας στην Εθνική μουσική και τις ορχήστρες της, αλλά και στον 20ό αιώνα με το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη». Ο συγγραφέας το «έχει» το θέμα, σημειώνει τις αλλαγές στη σύνθεση των οργάνων, στον ρόλο  τους κατά καιρούς, αλλά κυρίως επικεντρώνεται στην δυναμική ενός συνόλου οργάνων μουσικής, τα οποία κατορθώνουν να γίνονται Ένα. Ο Bekker μιλάει για την Ορχήστρα, όχι για την Κλασσική Μουσική, όπως κάνουμε συνήθως εμείς οι αδαείς που τείνουμε να βάζουμε ταμπέλες σε κάθε τι  που έχει βιολιά. Η Ορχήστρα λοιπόν και η πορεία της ταυτίζεται κατά τον συγγραφέα, με την εξέλιξη της ανθρώπινης συλλογικότητας, και θεωρείται μεγάλο επίτευγμα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Δεν το συνιστώ παρά μόνο σε ανθρώπους που αγαπούν (ή θέλουν να αγαπήσουν) την Ορχηστρική Μουσική. Παράλληλα προτείνω σύγχρονη ακρόαση από δείγμα μουσικών συνθέσεων των συνθετών που αναφέρονται στο βιβλίο. Έχω ανεβάσει βίντεο περίπου μιας ώρας, με χαρακτηριστικά  αποσπάσματα μουσικής μερικών συνθετών που αναφέρονται στο βιβλίο (μπορούν να «κατέβουν» εύκολα) έτσι ώστε και να ακούς αυτά τα οποία διαβάζεις…

Για περισσότερη ανάλυση, διαβάστε κι εδώ.

 

[Μοντέρνα μουσική του Paul Griffiths, εκδ. Ζαχαρόπουλος]

Γραμμένο το ’78, αλλά εκδόθηκε στην Ελλάδα το ’93, οπότε και το αγόρασα, ωθούμενος από την περιέργεια «τι διάολο είναι αυτή η μοντέρνα μουσική». Μιλάει βέβαια για την ορχηστρική μουσική του 20ού αιώνα, από τον Debussy, τον οποίο ορίζει ως αφετηρία έως και τον Boulez. Ενδιάμεσοι μύριοι όσοι, ο Βέμπερν και ο Στραβίνσκι, ο Χίντεμιτ και ο Σατί, Σένμπεργκ, Ξενάκης και Στοκχάουζεν. Εμείς οι κλασσικίζοντες φτάνουμε μέχρι τον Μπάρτοκ, οι υπόλοιποι μας μοιάζουν από γραφικοί (βλ. Κέιτζ και άλλοι μινιμαλιστές) έως πλήρως ακατανόητοι (aus den Sieben Tagen). Όπως και να έχει, αν κάποιος έχει όρεξη να δει τι παίζεται από τις εμπνεύσεις  στο επίπεδο της ορχήστρας και τη μετεξέλιξη αυτού που κάποτε αποκαλείτο συμφωνικό έργο ή idee fixe, πρέπει να διαβάσει το βιβλίο και μετά να ψάξει τα αντίστοιχα ακούσματα. Ίσως να μην έχει όλο το φάσμα μπροστά του, ίσως να το θεωρήσει παρωχημένο, γεγονός όμως είναι ότι ο αιώνας που πέρασε, έδωσε και ξοδεύτηκε και από πλευράς μουσικολογικής (όχι μόνο κοινωνιολογικής).

 

[Η σκηνή της Τζαζ του Eric Hobsbawm, εκδ. Εξάντας]

Κορυφαίο (κατ’ εμέ) βιβλίο. Οδηγός για ένα (από τα 4-5) από τα σημαντικότερα πολιτισμικά φαινόμενα του 20ού αιώνα. Θα μου πεις: «μα είναι βιβλίο για καλοκαίρι αυτό;;». Και σου απαντώ: «Γιατί ήταν τα πρώτα δύο;;». Έχει μέσα και κεφάλαιο -Πώς να αναγνωρίσετε την τζαζ- που ακριβώς δείχνει τη μεγάλη πολυπλευρικότητά της και το γεγονός ότι δεν είναι μια μουσική κλειστή, περιχαρακωμένη, ούτε και παρέμεινε ποτέ αναλλοίωτη. Άλλα κεφάλαια είναι «Τα όργανα», «η τζαζ ως μουσικό επίτευγμα», «η ελαφριά μουσική και η τζαζ ως εμπόριο», «η τζαζ ως διαμαρτυρία». Υπ’όψιν ότι μιλάμε για πολλά χρόνια πριν το ροκ, το οποίο είναι σχεδόν σίγουρο ότι δε θα είχε αυτή τη μορφή εάν δεν είχε τις «πλάτες» της τζαζ. Δεν είμαι ειδικός, ούτε θέλω να κάνω τον εξυπνάκια, αλλά όταν άκουσα πρώτη φορά Τσάρλι Πάρκερ (νομίζω ήταν το Salt Peanuts) κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80, έτρωγα πολύ δούλεμα γιατί όλοι είχαν κόλλημα με τον Σιδηρόπουλο και εγώ φαινόμουν ολίγον φλώρος. Από τότε έψαξα αρκετά τη μουσική αλλά και τα βιβλία της, και κατέληξα ότι το πόνημα αυτού του τρομερού ιστορικού, του Χομπσμπάουμ, φτιάχτηκε με τόση αγάπη, που και ευχάριστο κατέληξε να είναι και πλήρες και σύντομο για κάποιον που μόλις πριν από λίγο άκουσε τη λέξη αυτή. Τα στυλ ανά τα έτη ήταν πολλά, μουσική για χορό, για τις μάζες, για τους λευκούς, για μεγάλες μπάντες, μουσική για τους μουσικούς, για την ανάμειξη (γνωστή και ως fusion) και τα λοιπά και τα λοιπά. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία (που λένε και οι γνωρίζοντες). Ιστορία της Ροκ, εννοώ….

 

[The sound of the city: The rise of rock ‘n’ roll του Charlie Gillet, Εκδ. Λιβάνη].

Γραμμένο το 1970, θεωρήθηκε από τα βιβλία με τη μεγαλύτερη επιρροή στο είδος του. Δεν ξαναεκδόθηκε από το 1994, αλλά για όποιον το βρει, θα διαπιστώσει ότι έχει όλη τη φρεσκάδα των πρώιμων χρόνων του ροκ και όλη την ωρίμανση (τι αταίριαστη λέξη για τη μουσική που ξεσήκωνε και εξακολουθεί να ξεσηκώνει στην πρώτη νότα!) των κατοπινών ζυμώσεων. Ίσως πείτε ότι το διάστημα 1954-1971 είναι πολύ λίγο για να περιλάβει όλες τις γιγάντιες μορφές που πέρασαν (στο κάτω-κάτω οι Jethro Tull είχαν βγάλει μόλις τρία άλμπουμ!!). Το rock ‘n’ roll όμως δεν είναι (πιστεύω) η ανάλυσή του σε ένα βιβλίο ή μια μουσικολογική κριτική των συγχορδιών (που πιθανόν να είναι μόνο 3), είναι ένα συναίσθημα, μια δύναμη πρωτόγονη που συγκίνησε κόσμο και ταρακούνησε ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. Το βιβλίο κάνει δουλειά στο επίπεδο αυτό, αναφέρεται σε όλους τους θρύλους με πολύ προσωπικό στοιχείο και έχει και προτάσεις για δίσκους ακρόασης. Αξίζει!

Αν δεν το βρείτε πάλι, υπάρχει και η Ιστορία του ροκ σε κόμικς, η νεότερη του Brunner από την Universal.

 

[Εις ανάμνησιν στιγμών ελκυστικών του Παναγ. Κουνάδη, εκδ. Κατάρτι]

Ένας μεγάλος ερευνητής του είδους καταθέτει μαρτυρίες, εμπειρίες, απόψεις και θέσεις. Το λαϊκό αστικό τραγούδι δεν προήλθε από τα καταγώγια και τους τεκέδες. Ρεμπέτικο ονομάστηκε κι έτσι έχει μείνει στη συνείδηση του κόσμου, που πιστεύει ότι το γνωρίζει και το κατέχει. Αλλά η ρίζα του βρίσκεται στο κοσμοπολίτικο, πολυοργανικό και δεξιοτεχνικό σχήμα των Σμυρναίων, των Κωνσταντινοπολιτών, των Μικρασιατών, των προσφύγων που έφεραν άλλο αέρα στις παραγκουπόλεις του Πειραιά. Εκεί οι κοινωνικο-οικονομικές δυσκολίες το ανέδειξαν ως «αποκούμπι» του λούμπεν, αλλά και όλου του υποκόσμου.

Ο Κουνάδης εξηγεί, με βάση τις συνεντεύξεις που έχει πάρει κατά καιρούς από τους ίδιους τους ανθρώπους αυτού του είδους, πώς το ρεμπέτικο με τις τρεις μεγάλες χρονικές περιόδους του, πέρασε δια πυρός και σιδήρου, δια λογοκρισίας και δικτατορίας, δια των διωγμών και των ναρκωτικών, στη μεταπολεμική περίοδο, στη μετεμφυλιακή, στην περίοδο συμβιβασμών και «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε». Κάπου εκεί γύρω στο 1955, λένε ορισμένοι, σταματάει η έννοια ρεμπέτικο. Κάποιοι το πιάσαν από εκεί και το πήγαν παραπέρα. Το βιβλίο αυτό, εάν το αγοράσετε, πιστεύω ότι θα έχετε μια πιο συμπυκνωμένη εικόνα για τη ρομαντική πλευρά, αλλά και την πιο πεζή, του πανελλήνιου αυτού κοινωνικού και μουσικού φαινομένου. Ίσως όσοι έχετε διαβάσει τη γνωστή διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι,  να έχετε μια άλλη εικόνα, αλλό αυτό γίνεται γιατί ο Μάνος αγνοούσε τις Εστουδιαντίνες, τα σμυρναίϊκα μινόρε και γενικά τους πολλούς βυζαντινούς δρόμους/μακάμια, που είχαν χρησιμοποιηθεί προπολεμικώς. Οπότε εστίασε κυρίως στο φαινόμενο Τσιτσάνη και ανέδειξε αυτόν ως πρωτομάστορα του ρεμπέτικου, πράγμα αμφισβητούμενο.

Ο συγγραφέας ήταν υπεύθυνος επίσης και για την έκδοση δίσκων γραμμοφώνου σε ψηφιακή μορφή από τα «ΝΕΑ», οπότε εάν έχετε και τα CD, ακόμα καλύτερα. Ίσως να δείτε και κανένα βίντεο στοYouTube μέχρι να χαρείτε το βιβλίο:

Αυτά είχα να πω κύριοι ένορκοι των διακοπών. Καλές σας διακοπές, καλό διάβασμα και καλή ακρόαση (ή και ανάποδα).

 

Υ.Σ. Αν μεροληπτώ, παρακαλώ συγχωρέστε την άγνοιά μου. Στην Τέχνη ισχύει ως γνωστόν το «Έτσι είναι αν έτσι εσείς νομίζετε»

Σχολιάστε το άρθρο

  • Φαίδρα Σίμιτσεκ

    Γεια σου Makailer! Πολύ ενδιαφέρον όλο το υλικό που προτείνεις και καλύπτεις όλα τα γούστα. Δεν τα γνώριζα. Σ’ευχαριστούμε! Καλό καλοκαίρι!

  • Να διορθώσω κι ένα λαθάκι. Ένας φίλος τρομπετίστας με μάλωσε επειδή είπα ότι το Salt Peanuts ήταν του Parker, ενώ είναι του Gillespie. (Περί πατρότητας ο λόγος—βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Salt_Peanuts ).
    Δεν πειράζει, πάταξον μεν, τζαζ=ισον δε.
    Καλό καλοκαίρι σε όλους (εγώ μόλις γύρισα, τα κεφάλια μέσα!)

  • Makailer σου βγάζω …….το καπέλλο!
    Κι εγώ γύρισα την περασμένη εβδομάδα και χαίρομαι που βρίσκω τόσα ενδιαφέροντα θέματα να διαβάσω και ν’ ακούσω!!!

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.