Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Ανδρέας Κάλβος | Μια ποιητική μοναξιά

Μια συνομιλία με την Πόλυ Χατζημανωλάκη μας έδωσε το ερέθισμα για να πλησιάσουμε περισσότερο έναν «δύσκολο» ποιητή, τον Κάλβο. Στην προσπάθεια να τον κατανοήσουμε καλύτερα, έρχεται να μας βοηθήσει και ένα κείμενο της Αναγνώστριας.

Η περίπτωση καλλιτεχνών εικαστικών τεχνών που το έργο τους αναγνωρίστηκε και εκτιμήθηκε μετά το θάνατό τους, ή τουλάχιστον πολύ περισσότερο μετά τον θάνατό τους παρά ενόσω ζούσαν, δεν είναι ασυνήθιστη. Το ίδιο όμως φαινόμενο στην λογοτεχνία δεν είναι τόσο συνηθισμένο. Τα λογοτεχνικά έργα δηλαδή, της πεζογραφίας ή της ποίησης ή και του θεάτρου, αυτά που θα επιζήσουν της εποχής τους, συνήθως βρίσκουν την αναγνώριση από το πρώτο τους φανέρωμα. Ίσως γιατί αυτού του είδους τα έργα, του γραπτού δηλαδή έντεχνου λόγου, εκδίδονται, κυκλοφορούν και επομένως κάποιοι, έστω, θα τα προσέξουν. Δεν γίνεται όμως με την ίδια ευκολία γνωστός σε πλατύτερο κοινό ένας ζωγράφος, για παράδειγμα, άσημος, άγνωστος, που δεν έχει τη δυνατότητα, ιδίως σε παλαιότερες εποχές, μιας ευρύτερης προβολής του έργου του.

Γι’ αυτό και το λογοτεχνικό παράδοξο του Κάλβου μας ξαφνιάζει. Για εξήντα χρόνια το έργο του έμεινε μισοξεχασμένο, αγνοημένο, περιφρονημένο. Ξαφνικά, στα 1889 το ανακαλύπτει και το προβάλλει ο Παλαμάς και από τότε ώς σήμερα ολοένα κι ανεβαίνει σε εκτίμηση, καινούριες μελέτες γράφονται, λογοτεχνικά περιοδικά αφιερώνουν τεύχη τους σ’ αυτόν. Η παράξενη, πρωτότυπη, λιγόλογη, μοναχική ποιητική του φωνή ξανακούγεται.

Γεννήθηκε το 1792 στη Ζάκυνθο. Την εγκαταλείπει παιδάκι ακόμα, δέκα περίπου χρονών κι όμως η ανάμνησή της θα τον ακολουθεί σ’ όλη του τη ζωή.

Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος
με κυριεύει

θα γράψει τριάντα χρόνια αργότερα, συγκρίνοντάς την και προτιμώντας την απ’ όλες τις ξένες χώρες που γνώρισε. Οι γονείς του χώρισαν πολύ νωρίς κι ο Κάλβος ακολουθεί τον πατέρα του στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Τη μητέρα του δεν θα τη ξαναδεί ποτέ κι όμως κι η δική της τρυφερή ανάμνηση, όπως και της γενέθλιας γης, θα επανέλθει σε μια από τις Ωδές του, χρόνια αργότερα και θα πει:

Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις.
όμματ’ οπού μ’ εβρέχατε
με γλυκά δάκρυα

(Εις θάνατον κε΄)

Απ’ το Λιβόρνο στη Φλωρεντία. Από εκεί στη Ζυρίχη. Στο Λονδίνο ύστερα. Ξανά στη Φλωρεντία. Και πάλι στη Ζυρίχη. Γενεύη, Παρίσι είναι ακόμα άλλοι δυο λιγόχρονοι σταθμοί, πριν επιστρέψει στην επαναστατημένη Ελλάδα το 1824, για να πάρει κι αυτός μέρος στον αγώνα. Πάει πρώτα στο Ναύπλιο, αλλά η κατάσταση που βρήκε εκεί, οι αντιζηλίες και διχόνοιες πολιτικών και στρατιωτικών τον απογοητεύουν οικτρά. Για μερικά χρόνια εγκαθίσταται στην Κέρκυρα. Σε ηλικία εξήντα χρόνων, το 1852, ξαναφεύγει, οριστικά πια, για την Αγγλία. Εκεί πεθαίνει το 1869 σε ηλικία 77 χρονών. Ο διακαής του πόθος που είχε εκφραστεί με τους τόσο δυνατούς στίχους:

Ας μη μου δώσει η μοίρα μου
εις ξένην γην τον τάφον.
είναι γλυκύς ο θάνατος
μόνον όταν κοιμώμεθα
εις την πατρίδα.

(Ο φιλόπατρις κγ΄)

Θα βρει τη δικαίωσή του εκατό σχεδόν χρόνια αργότερα, όταν το 1960 τα οστά του μεταφέρονται και θάβονται στην αγαπημένη του Ζάκυνθο.

Τι άνθρωπος, τι χαρακτήρας μπορεί να ήταν αυτός που φαίνεται πως δεν μπορούσε να στεριώσει πουθενά, που δεν είχε ποτέ ένα σίγουρο και σταθερό επάγγελμα; Παρέδιδε μαθήματα σε σπίτια, έκανε μεταφράσεις, έγραφε άρθρα σε επιφυλλίδες, δίδαξε ένα διάστημα στην Ιόνιο Ακαδημία στην Κέρκυρα, ίδρυσε για λίγο δικό του σχολείο και στο τέλος της ζωής του δίδαξε σ’ ένα παρθεναγωγείο στο Λάουθ της Αγγλίας, του οποίου την ιδιοκτήτρια παντρεύτηκε. Τα χτυπήματα της μοίρας εξ άλλου δεν φαίνεται να του έλειψαν. Χωρισμός από τη μητέρα, θάνατος του πατέρα, θάνατος της πρώτης του γυναίκας μαζί με το νεογέννητο κοριτσάκι στον τοκετό! Μ’ αυτά τα στοιχεία για τη ζωή του, που δεν είναι πάντα σαφή και ακριβή, προσπαθούμε να φανταστούμε τον άνθρωπο, για να καταλάβουμε καλύτερα και τον ποιητή. Δεν έχουμε κάν μια εικόνα, ένα πορτραίτο, να εικάσουμε τουλάχιστον την ψυχή από τη μορφή. Μόνη και αυθεντική πηγή η ποίησή του. Η ιδιορρυθμία των ποιημάτων, η δυσκολία που δημιουργεί στην προσπέλασή τους πάει να συμφωνήσει με τις πληροφορίες που τον παρουσιάζουν κλειστό και δύστροπο χαρακτήρα. Αρκεί να σκεφτούμε πως δεν συναντήθηκε ποτέ με τον Σολωμό, παρ’ ότι έζησαν το ίδιο διάστημα στην Κέρκυρα.

Δυο μικρές ποιητικές συλλογές, η Λύρα (Γενεύη 1824) και τα Λυρικά (Παρίσι 1826), που περιλαμβάνουν δέκα ωδές η κάθε μια, αποτελούν όλο το ποιητικό του έργο. Κεντρικό θέμα όλων των ωδών η Ελληνική Επανάσταση, ο αγώνας για ελευθερία, ιδωμένος από όλες τις πλευρές. Πότε εξυμνεί τους ήρωες, πότε θρηνεί τα αθώα θύματα, άλλοτε καταφέρεται κατά των τυράννων, αλλά προπάντων παροτρύνει για συνέχιση του αγώνα. Δηλωτικοί οι τίτλοι μερικών ωδών: Εις δόξαν, Εις τον Ιερόν Λόχον, Εις Χίον, Εις Πάργαν, Εις Ελευθερίαν, Εις Αγαρηνούς, Εις Σούλι, Εις Ψαρά.

Κι αυτή η ποίηση, η γραμμένη με τόσο πάθος και τόση γνησιότητα, δεν βρήκε την απήχηση που περίμενε ο ποιητής. Όχι μόνο η γλώσσα, αρχαΐζουσα, δύσκολη, ιδιότροπη, αλλά και η τεχνική, το ύφος, ο τρόπος γραφής δεν άφηνε τα ποιήματα να μιλήσουν άμεσα στην ψυχή του λαού. Όταν ο Σολωμός έγραφε

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
περπατώντας η δόξα μονάχη
μελετά τα λαμπρά παλικάρια…

ο Κάλβος εμπνευσμένος από το ίδιο γεγονός έγραφε:

Επί το μέγα ερείπιον
η Ελευθερία ολόρθη
προσφέρει δύο στεφάνους
έν’ από γήινα φύλλα
κι άλλον απ’ άστρα

(Εις Ψαρά κδ΄)

Ή ακόμα τους συγκρίνουμε τους δυο ποιητές όταν μιλούν για την Ελευθερία. Ο Σολωμός τη χαιρετίζει με τα λόγια που έγιναν ο εθνικός ύμνος:

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη

Ενώ ο Κάλβος της απευθύνει τους πιο κάτω στίχους:

Συ τότε ως λαμπροτάτη
κόρη Διός, του κόσμου
μόνη παρηγορία,
την γην μου συ ενθυμήθηκες,

Ω Ελευθερία

(Ο Ωκεανός ιη΄)

Η διαφορά είναι εμφανής. Η ποίηση του Κάλβου δεν μπορεί να γίνει τραγούδι στο στόμα του λαού, δεν μπορεί να μιλήσει με την αμεσότητα του Σολωμού, μπορεί να χαρίσει ανεπανάληπτη γοητεία σ’ αυτόν που θα ξεπεράσει τις εξωτερικές κυρίως δυσκολίες. Σαν ένα πολυεδρικό πετράδι που κάθε πλευρά του αντανακλά διαφορετικά το φως και του χαρίζει με κάθε κίνηση καινούριες λάμψεις και καινούριους ιριδισμούς, έτσι και στην ποίηση του Κάλβου όσο τη διαβάζουμε κάτι καινούριο ανακαλύπτουμε. Μια λέξη που δεν είχαμε πριν προσέξει την ιδιαίτερη χρήση της, έναν παρατονισμό που ξαφνιάζει ευχάριστα, τη λεπτομέρεια μιας εικόνας, τον ήχο τους ρήματος.

Ο Κάλβος υπήρξε χωρίς αμφιβολία μια ανεπανάληπτη μοναδικότητα. Περπάτησε ένα μοναχικό δρόμο στη ζωή και στην ποίηση. Μοναδικός και μοναχικός υπήρξε και ο Καβάφης. Τουλάχιστον κάποιοι δοκίμασαν να βαδίσουν στ’ αχνάρια του. Τον Κάλβο δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε κανένας να μιμηθεί. Να ‘ναι γι’ αυτό άραγε που πιο πολύ απ’ όλους τους στίχους του εκείνοι με τους οποίους τον έχω ταυτισμένο είναι οι εξής:

…μόνη
αμάργαρος, ολόγυμνος, αυτάγγελτος,
το καθαρόν του ουρανού ανεβαίνει
η Αρετή…

Μπορείτε να διαβάσετε και άλλα κείμενα της Αναγνώστριας εδώ ή στο μπλογκ της με τίτλο Anagnostria.

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.