Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Δεσποινίς ετών 39 | Μια ρετρό ιστορία

Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί αυτή η ταινία χαρακτηρίζεται ως κωμωδία, έστω και σαν κωμωδία ηθών. Στην τελική δε σκηνή της εκεί όπου τα δυο αδέλφια μένουν μόνα στο σπίτι για το υπόλοιπο της ζωής τους, μικρή,  πλημμύριζα στα δάκρυα.


«Δεσποινίς ετών 39» θεατρικό του Αλέκου Σακελλάριου, γυρισμένο σε ταινία το 1954. Ο αξέχαστος Βασίλης Λογοθετίδης, στο ρόλο του πιστού στις οικογενειακές παραδόσεις θυμόσοφου αδελφού,  επιδίδεται σε έναν αγώνα αποκατάστασης της μεγαλοκοπέλλας αδελφής ώστε και αυτός ελεύθερα να φτιάξει τη ζωή του μετά. Και δεν είναι μόνο  αντανάκλαση της κλειστής κοινωνίας των πρώτων χρόνων μετά την λήξη του εμφυλίου όπου το μικροαστικό αθηναϊκό περιβάλλον, θεματοφύλακας της ηθικής, ορίζει τον αδελφό σαν προστάτη της  ανύπανδρης αδελφής του. Το θέμα της γεροντοκόρης επανέρχεται σε σενάρια κινηματογραφικά, στο θέατρο, στη λογοτεχνία καθώς και στα τραγούδια.

Τραγούδι του 1937 η Μάρω, από τα πιό γνωστά  και πολυτραγουδισμένα, εδώ σε σπάνια εκτέλεση από τον Νίκο Γούναρη, μιλάει για τους ανεκπλήρωτους έρωτες , και για τα νιάτα που περνούν.

Την κοιτούσαν με καμάρι
στο χωριό τόσα παιδιά
είχε πάρει απ» το θυμάρι
η Μαριώ την ευωδιά.

Κι αν καρδιές είχαν σκαλίσει
στις ιτιές και στην ελιά
δεν της είχανε μιλήσει
για ματιές και για φιλιά.

Όλοι μπρος της οι λεβέντες
νιώθανε ντροπή
μόνο ένας δυο κουβέντες
τόλμησε να πει:

Μάρω, Μάρω
μια φορά ειν» τα νιάτα
Μάρω, Μάρω
τις ντροπές παράτα.

Του φιλιού την πρώτη γλύκα
μη τηνε φυλάς για προίκα
μη με διώχνεις
τώρα που σε βρήκα.

Επεράσανε τα χρόνια
το χωριό κι αυτό γερνά
κι ήρθαν στα μαλλιά τα χιόνια
κι η Μαριώ σκυφτή περνά.

Τη θυμούνται μόνο οι γέροι
κάτι λεν ψιθυριστά
κι οι ελιές μιλούν στ» αγέρι
κι ίσως κλαιν τραγουδιστά.

Κι η Μαριώ γεροντοκόρη
τώρα σκυθρωπή
σαν ηχώ ακούει τ» αγόρι
που της είχε πει:

Μάρω, Μάρω
μια φορά ειν» τα νιάτα
Μάρω, Μάρω
τις ντροπές παράτα.

Του φιλιού την πρώτη γλύκα
μη τηνε φυλάς για προίκα
μη με διώχνεις
τώρα που σε βρήκα.

Αλλά και  στον « Παλιατζή», ρεμπέτικο του 1940,  ο Στράτος Παγουμτζής μας τραγουδά:

Άλλη μια γεροντοκόρη μου «φερ» ένα μισοφόρι
και της λέγω ευθύς εγώ, τέτοια δεν τα κυνηγώ,
το «παιρνα και με χρυσάφι, αν δεν έμενε στο ράφι,
το «παιρνα και με χρυσάφι, αν δεν έμενε στο ράφι.

Οι λόγοι για τους οποίους μια κοπέλλα έμενε ανύπανδρη, σε μια κοινωνία στηριγμένη στο θεσμό του γάμου, ποικίλαν από την απλή ατυχία, στην υπεροψία και απόρριψη των υποψηφίων συζύγων, στην έλλειψη προίκας, στην ένδεια ανδρών – οι πόλεμοι   και ειδικά ο πρώτος παγκόσμιος μειώσανε δραματικά τον ανδρικό πληθυσμό σε τέτοιο βαθμό που οι κοπέλλες αισθάνονταν τυχερές όταν έβρισκαν συζύγους.

Η κοινωνία καταδίκαζε τις ανύπανδρες γυναίκες  σε ένα είδος κοινωνικού αποκλεισμού και αυτό δεν ήταν μόνο ελληνική ιδιομορφία όπως φαίνεται και από το πονεμένο τραγούδι της ανώνυμης γαλλίδας των αρχών του 19ου αιώνα που αναγκάζεται να αποτραβηχτεί σε ένα μοναστήρι για το υπόλοιπο της ζωής της.

La vieille fille”(η γεροντοκόρη)  που τραγουδά η Marie Sauvet



Στα δεκαπέντε μου κοσκίνιζα τους αγαπητικούς
Έκανα τη δύσκολη, πόσο μετανοιώνω τώρα
Δεκατέσσερις αγαπητικοί σε μια βδομάδα, ήρθαν να με χαιρετίσουν
Μ’ένα ματσάκι ματζουράνα, ήρθαν να παρουσιαστούν
Τους ξαπόστειλα, κι ήταν ευχαρίστησή μου
Μεγαλοδύναμε πόσο χαζή ήμουν, το νοιώθω ολοκάθαρα τώρα
Οταν βλέπω όλα αυτά τα κορίτσια, κορίτσια της γενιάς μου
Εχουν τους φιλήσυχους άνδρες, με τις ικανοποιημένες γυναίκες τους
Κοίτα το μέτωπό μου ρυτιδιάζει και τα δόντια μου σαπίζουν
Τα όμορφα μαλλιά μου γκρίζαραν, αυτό με θλίβει
Φόρεσα όμορφες δαντέλλες και άλλαζα συχνά ρούχα
Οι αγαπητικοί με άφησαν και νάμαι για πάντα κόρη
Γειά σας ομορφιές του κόσμου, πάω σε μοναστήρι
Γειά σας ομορφιές του κόσμου, πάω σε μοναστήρι
Μαζί με τις καλόγριες να κλειστώ σε μέρος στενάχωρο.

Οι στίχοι στα γαλλικά: Διαβάστε τη συνέχειαΚλείσιμο

À quinze ans, j»étais gentille, je redoutais les amants
Je faisais la difficile, à présent je m»en repens
Quatorze amants par semaine, sont venus me saluer
Un bouquet de marjolaine, sont venus me présenter
Je les renvoyais au poste, cȎtait mon contentement
Grand Dieu que j»étais donc sotte, je le vois bien à présent
Quand je vois toutes ces filles qui étaient filles de mon temps
Elles ont des hommes tranquilles, à leurs femmes bien complaisants
Voilà mon front qui se ride, et mes dents toutes ébréchées
Mes beaux cheveux qui se grisent, cela my casse le nez
J» ai beau porter la dentelle, et souvent changer d»habits
Les amants ils my délaissent, my voici fille pour la vie
Adieu, les plaisirs du monde, je m»en vais dans un couvent
Adieu, les plaisirs du monde, je m»en vais dans un couvent
Enfermée avec les nonnes, dans un lieu étroitement

Ευτυχώς πολλά έχουν αλλάξει από την εποχή της ταινίας και ακόμη περισσότερα από τον 19ο αιώνα. Οι κοινωνικές δομές, η θέση της γυναίκας  αλλά και οι οικογενειακοί θεσμοί έχουν διαφοροποιηθεί. «Ετσι μπορεί  τα σημερινά κορίτσια  να  συνεχίζουν να ονειρεύονται  πέπλα, νυφικά και φαντασμαγορικές τελετές γάμου, όμως γνωρίζουν ότι μεγαλώνοντας αυτές θα ορίσουν τη ζωή τους και θα την περάσουν μια χαρά  με ή χωρίς « στεφάνι».

Σχολιάστε το άρθρο

  • Λητώ Σεϊζάνη

    Εξαιρετική ιδέα Μαριάννα να ασχοληθείς με τα κατά καιρούς κοινωνικά στίγματα και στερεότυπα και να μας τα παρουσιάσεις. Πρώτα οι υπέρβαροι, τώρα οι γεροντοκόρες, και πάντα μέσα από τον κινηματογράφο ή την τέχνη γενικά. Πολύ ενδιαφέρον!

  • Πολύ καλό θέμα, συμφωνώ. Και σήμερα που είναι η μέρα της Γυναίκας, πολύ επίκαιρο. Τις γυναίκες τις στιγμάτιζαν όντως με τη λέξη γεροντοκόρη που δήλωνε μιζέρια, νευρώσεις και άλλα πολλά ενώ για τους άντρες σπάνια έλεγαν γεροντοπαλλίκαρο. Προτιμούσαν τον χαρακτηρισμό εργένης που έδειχνε μια μαγκιά, σήμαινε ελευθερία και ανεξαρτησία. Στην πραγματικότητα πολύ πιο προβληματικοί ήταν οι ανύπαντροι άντρες από τις ανύπαντρες γυναίκες. Οι πρώτοι συνήθως ήταν κλειστοί και περίεργοι ενώ οι γυναίκες ήταν πάντα πιο κοινωνικές και ανοιχτές.

  • Μαριάννα Καραβασίλη

    Nefertita,h κοινωνία ήταν γενικότερα σκληρή με τους παρεμβατικούς, με αυτούς που ξέφευγαν απ΄τον κανόνα , ηθελημένα ή όχι, και ως προς τούτο η σημερινή εποχή πιστώνεται θετικά. Who cares που σχολίασε και κάποιος σε άλλο άρθρο. Λητώ,ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είναι κιβωτός πληροφοριών.

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.