Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Οι γιαγιάδες!

Grandmothers_Hands

Η «ευωδιά» τους, σαν διαβαίνουν το κατώφλι του σχολειού μας κρατώντας από το χέρι το εγγόνι τους.

Πρόσφατα έμαθα πως στη Μύκονο τη γιαγιά τη λένε «λαλά».Το βρήκα εκπληκτικό. Πώς η ντοπιολαλιά αφουγκράζεται τα παλιά ταχταρίσματα των γιαγιάδων και τις ονομάζει με αυτόν τον γαργαρισμό της γλώσσας, Λαλά!

Το έμαθα διαβάζοντας το υπέροχο αφήγημα «Μυζήθρα, ζυμήθρα». Ένα αληθινό παραμύθι, που έγραψε ο Παναγιώτης Κουτσαθανάς 1 μνημονεύοντας τις γιαγιάδες του «που πολύ τις αγάπησε και πολύ τον αγάπησαν».[…] Οι σκιές τους» σημειώνει « ακόμη ζυμώνουν και πλάθουν μυστικώς κι ανεπαισθήτως τη ζωή και τα όνειρα μου .[….]

Για τη λαλά του την Ανεζώ, εδώ ο λόγος: «Αντίθετα από τους περισσότερους α’ θρώπους, η λαλά είναι λι’όλο’η 2, λέει πως η «ουσία» – που εκείνη τήνε λέει «οσία» κι εγώ ξαραθυμώ 3 στα γέλια – «δε’ βρίσκεται μέσα στ’ ανούφελα λόγια μα στη σιωπή».

Στη Μύκονο, το μανουσάκι το λένε αβιόλα 4. Και είναι που μοσχοβόλησε μια από αυτές τις ημέρες το μικρό μας σχολειό με την ευωδιά από το μπουκέτο τα ολόδροσα μανουσάκια που μας έφερε μαζί με τον εγγονό της τον Παρασκευά μια τέτοια γιαγιά!

Κι είναι γι΄ αυτό που θυμήθηκα το αφήγημα τούτο, για το οποίο σας μιλώ…

Δεν μπορώ παρά να μοιραστώ μαζί σας τουλάχιστον ένα μόνο ξέφτι από αυτή την μυθιστορία αγάπης μεταξύ γιαγιάς κι εγγονού. Ένα «απλόδωρο» κείμενο. Αν και η ντοπιολαλιά της Μυκόνου μπορεί να βάζει προσχώματα στην γρήγορη κατανόηση του, ο λόγος αυτός ρέει, κατρακυλά. Διαποτίζει τη βιωμένη γνώση μας για τον κόσμο και τον εαυτό μας. Την αναδεύει, την ξυπνά όπως η ευωδιά από τα μανουσάκια ξυπνά τις αισθήσεις! Ένας λόγος που τον ακούει κανείς με τις αισθήσεις του όλες και όχι με τον υπερεκτιμημένο νου. Κι είναι ο λόγος του, «φιλάνθρωπος» που σκύβει στην ψυχή του σημερινού ανθρώπου που τον έχει τόσο ανάγκη.

…αρχές του Δικέ’μβρη, π’ άνθσε η πρώτη αβιόλα3του χειμώνα και σαν πρώτη μύριζε καλύτερα απ’ ούλες τις άλλες, π’ ακ’λουθούνε στρατός. Μπερδεμένες με τη μυρωδιά του μανταρινιού, τ’ άσπρο με το πορτοκαλί, […]  θυμίζουν στις μεγάλοι τα παιδικά τωνε χρόνια είτ’ αυτά ‘ ταν πικρά είτ’ ευτυχισμένα, σαλπίζοντας γι’ άλλη μια φορά τη νίκη της γελαστής άνοιξης μες στην παγωμένη καρδιά του χειμώνα. Ήτυχε να ΄μαι παρών σ’ αυτό το μέγα γεγονός κι είδια τη λαλά να χώνει το μουσούδι της μες στ’ άσπρα ά’θια , τα μοσκομυριστά, και λέει στον κόσμο αλάκερο:

Αχ, ά’θρωπε! Όσο η αβιόλα ξυπνά, ξεπετιέται με τη βροχούλα κι α’θίζει μέσ’ απ’ το χώμα του καλοκαιριού οπού ‘ναι θαμμένη κι αμύριστη, υπάρχ’ ελπίδα για τη γης. Για τη γης , λέω, γιτί για να πούμε το ίδιο και για τον ά’θρεπο πρέπ’ το δίχως άλλο να ξέρομε είναμο’ τήνε προυπαντήρει και την ‘ποδέχεται ο καθαείς.

-Τι θες να πεις , λαλά, τήνε ρωτάω.

-Άλλος τήνε φιλεί και τρυγά μακαρίζοντας την ευωδιά τ’ς που τέχτηκε να μαλακώνει σαν το ζυμάρι τ’ ά’θρεπου την ψυχή, κι άλλος περνώντας από δίπλα τ’ς τήνε ποδοπατεί με σκληρότη’ κι αδιαφορία. Αν ούλοι οι α’θρώποι μαζί σαν ένας σκύβανε, γυιόκα μ’ , να μυρίσουνε την πρώτη αβιόλα κι εψέλνανε με μια φωνή την ευχαρίστησή τωνε για το δώρο τ’ς ζωής, δε θα ξοδεύομαστε σε πράξεις ανάξιες και ντροπιασμένες.

Βλέποντας , φαίνεται, τη δυσπιστία και την απορία στα μάτια και στο αθέλητο χαμόγελό μου, εξήγησε:

-Η σωτηρία μας κρέμεται κι απ’ τ’ς πρώτης αβιόλας την υποδοχή, αφέντη μ’».

Το μυριστικό αυτό μπουκέτο μανουσάκια του αγρού, από τα χέρια της γιαγιάς πέρασε στο χέρια του εγγονού κι από τα δικά του στη θέα όλων μας, μικρών και μεγάλων μέσα στο σχολειό. Και αφού το γευτήκαμε με όλες μας τις αισθήσεις ολάνοιχτες, όραση, όσφρηση, αφή, πήρε τη θέση του στο Μουσείο θησαυρών της φύσης. Να το βλέπουμε κι αυτό όπως τους άλλους θησαυρούς κάθε μέρα, και να οδηγεί «μυστικώς κι ανεπαισθήτως τη ζωή και τα όνειρα μας».

Notes:

  1. Μυζήθρα, ζυμήθρα ( Ένα αληθινό παραμύθι), Παναγιώτης Κουτσαθανάς, Κ.Δ.Ε.Π.Α. Μυκονου και Εκδόσεις Στεφανίδη , 2010, Σελ. 47,51 ,52.
  2.  λι’όλο’ος, -η,-ο, λιγόλογος, λακωνικός.
  3.  ξαραθυμώ,κατευχαριστιέμαι,ευφραίνομαι.
  4. αβιόλα, η, ευωδιαστό αγριολούλουδο του χειμώνα(Δεκέμβριος –Ιανουάριος), νάρκισσος, ζαμπάκι ή μανουσάκι

Ειρήνη Κοκκόρου

Η Ειρήνη Κοκκόρου είναι Κοινωνική Λειτουργός εδώ και είκοσι χρόνια. Εργάζεται με παιδιά προσχολικής ηλικίας και με τους γονείς τους, σε παιδικούς σταθμούς και νηπιαγωγεία. Υπάρχει και εξελίσσεται μαζί τους. Χάρη στα μικρά παιδιά μυείται καθημερινά στο ξάφνιασμα της πρώτης τους ματιάς στον κόσμο. Στην επιθυμία της προσέγγισης με ανοιχτές όλες τις αισθήσεις. Χάρη στα παιδιά και τους γονείς τους είναι σε μια διαρκή μαθητεία. Νοιώθει ευγνώμων που καταφέρνει να "μεγαλώνει" μαζί τους, διασώζοντας και φροντίζοντας το μικρό παιδί μέσα της.

Σχολιάστε το άρθρο

  • Μαριάννα Καραβασίλη

    Ως εδώ έφτασε η μυρουδιά απ’ τις αβιόλες. Ευωδιαστό κείμενο γεμάτο σεβασμό για τη σοφία των γιαγιάδων.

    • Ειρήνη Κοκκορού

      Για τη σοφία των γιαγιάδων του!
      Δες τε με τι λιτό και μεστό λόγο την περιγράφει ο Παναγιώτης Κουσαθανάς στο αληθινό του παραμύθι «Μυζήθρα , ζυμήθρα»:
      «Σαν τα δέντρα, χωρίς να το ξέρουν, έπαιρναν το ελάχιστο, έδιναν το μέγιστο, κι ήταν, αν και ριζωμένες βαθιά στη γη, πουλιά έτοιμα να πετάξουν».

      Κι όσο για την ευωδιά τους!
      «…είχαν χωνέψει όλες τις αισθήσεις τους σε μια: την όσφρηση. Έβλεπαν , άκουγαν, άγγιζαν, μύριζαν γεύονταν με τη μύτη. Γι΄αυτές ακόμη και τα χρώματα («γιάντα πή΄ες κι αγόρασες ευτό το σκατουλί φ΄στάνι;», ακόμη κι η καλοσύνη του ανθρώπου («τρ’ αντάφυλλο μυρίζ΄η ψυχή τ΄») ή η κακία του («φούχι! από ζωντανός βρομεί!» είχαν οσμή».

  • A. Πάρπα

    Σπουδαίοι, σοφοί κι΄ευτυχισμένοι οι απλοί άνθρωποι που χαίρονται κι αγάλλονται και «μαλακώνει σαν το ζυμάρι» η ψυχή τους με τα αληθινά δώρα της ζωής, τα μικρά θαύματα που συντελούνται καθημερινά γύρω μας, μα εμείς οι δύστυχοι τα προσπερνάμε με σκληρότητα κι αδιαφορία. Είχα την μεγάλη τύχη ο πατέρας μου να ανήκει σ΄αυτή την ξεχωριστή κατηγορία ανθρώπων. Κοιμήθηκε στα 90 του έχοντας πάντα τον ενθουσιασμό και τη χαρά μικρού παιδιού στη ψυχή του:
    «Έλα κόρη να δεις!»
    «Τι είναι μπαμπά μου;»
    «Έλα, τρέξε, γρήγορα…να για δες εκείνο το σύννεφο!!!»

    • Ειρήνη Κοκκορού

      Στάθηκες τυχερή που μεγάλωσες πλάι σε έναν σοφό! Κοιμήθηκε..μα θα αναγεννάτε κάθε φορά που εσύ θα στρέφεις το βλέμμα σου πέρα από το συνωστισμό του κόσμου για να αφοσιωθείς σε ένα σύννεφο, σε ένα λουλούδι, σε μια κορυφογραμμή…Κάθε φορά που θα απευθύνεσαι σε κάποιον πλάι σου , όλο λαχτάρα, ποθώντας να μοιραστείς την ομορφιά: «Έλα να δεις!».

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.