Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Ιστορίες γύρω από το φαγητό – Μέρος τρίτο

arte

3. Δύο ταινίες για την σύγχρονη Ελλάδα

Πάντα ήμασταν δύο Ελλάδες και το διαπίστωσα ακόμα μια φορά βλέποντας δυο ελληνικά ντοκυμανταίρ στο γαλλικό κανάλι ARTE. Είναι «Ο πλανόδιος μπακάλης» (L’épicier ambulant) και «Οι συνταγές της αγάπης» (Les recettes de l’amour).

Εν συντομία θα σας πω τι πραγματεύονται και ποιές σκέψεις έκανα βλέποντάς τις. Εκ πρώτης όψεως και οι δύο μιλάνε για το φαγητό και ακολουθούν την πορεία ενός φορτηγού.

Η πρώτη ταινία δείχνει μια οικογένεια από τα Τρίκαλα που ανεβαίνει με το φορτηγό της στα χωριά της Πίνδου. Τα μέλη της οικογενείας αυτής πουλάνε φρούτα και λαχανικά στους λιγοστούς γέρους και τις γριές που φυλάνε Θερμοπύλες κατά κάποιο τρόπο, μένουν σε χωριά φαντάσματα αλλά αγαπάνε τον τόπο τους και έχουν αποφασίσει να μην τον εγκαταλείψουν. Μέσα στον καθαρό αέρα, με τα ζώα τους, τους κήπους τους, πραγματικά τους θαύμασα, τους συμπάθησα, τους ζήλεψα. Αυτάρκεις, υπερήφανοι, φυσιολογικοί άνθρωποι της υπαίθρου, όχι μεταλλαγμένοι.

Και η οικογένεια αυτή δεν κάνει απλώς εμπόριο. Παραστέκεται σ’αυτούς τους γενναίους ανθρώπους, τους φέρνει ό,τι ζητήσουν, τους παίρνει ακόμα και την πίεση και κλαίει μαζί τους όταν μάθει πως κάποιος απ’το χωριό πέθανε.

Ευγενική οικογένεια, ανεβοκατεβαίνει με το φορτηγό της μέσα σε δύσκολες συνθήκες, με πάγους, βροχές και χιόνια. Μοναδική μου ένσταση η οικολογική καταστροφή που κάνουν με τις πλαστικές σακκούλες, τις οποίες μοιράζουν αφειδώς στους ηλικιωμένους.

Αυτή λοιπόν είναι μια όψη της Ελλάδας που μας εμπνέει υπερηφάνεια.

Η άλλη όψη είναι κάπως διαφορετική.

Πάμε τώρα στην δεύτερη ταινία με τίτλο «Οι συνταγές της αγάπης» που παρακολουθεί τρεις μητέρες, δύο από την Αθήνα και μία από επαρχιακή πόλη, οι οποίες συσκευάζουν δέματα με φαγητά για να τα στείλουν μ’ένα φορτηγό μεταφορών στα παιδιά τους που σπουδάζουν, στο εξωτερικό των δύο και σε πόλη που απέχει πολύ από την Αθήνα της τρίτης. Ώς εδώ καλά. Το σπιτικό φαγητό της μανούλας, η αγάπη που περνάει απ’το στομάχι όπως και ο έρωτας, η νοσταλγία, ακόμα και το να κάνει ο φοιτητής οικονομία σ’αυτούς τους δύσκολους καιρούς, είναι όλα πράγματα κατανοητά.

Αλλά το πρόβλημα είναι η υπερβολή καθώς και το παρασκήνιο.

Τι εννοώ;

Κλεισμένες στα διαμερίσματά τους, στις ελληνικές τσιμεντουπόλεις που έγιναν τόσο άσχημες με την ανοχή και την αδιαφορία όλων μας, εγκλωβισμένες σε μια ρουτίνα χωρίς ιδιαίτερες εναλλαγές, οι γυναίκες αυτές, τυπικές Ελληνίδες με τα καλά τους και τα κακά τους, έχουν διαμορφώσει μια πολύ στενή σχέση με τα παιδιά τους.

Οι δύο μητέρες, που είναι παντρεμένες, δεν κρύβουν την αδυναμία τους για τους ξενιτεμένους γιούς τους, η τρίτη κυρία, που είναι χωρισμένη, για την κόρη. Η μία μάνα έχει ν’αντιμετωπίσει εκτός από την απουσία του παιδιού της και άλλα προβλήματα μέσα στο σπίτι ενώ η γυναίκα που έχει κόρη δείχνει να παραμελεί τον γιό της που μένει μαζί της. Στην ταινία τουλάχιστον φαίνεται να την απασχολεί μόνο η κόρη, στην οποία στέλνει τεράστιες ποσότητες φαγητών.

Κάπως διαφορετική μοιάζει η μητέρα που κατοικεί στην επαρχία και παραδέχεται ότι πίεσε τον γιο της να σπουδάσει με το ζόρι κάτι που ο ίδιος δεν ήθελε, μόνο και μόνο για να κληρονομήσει το φαρμακείο του πατέρα του. Βρήκα φυσιολογική την αντίδρασή της, τις τύψεις που νοιώθει από το γεγονός πως ίσως έκανε λάθος.

Γιατί δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να σπουδάζεις κάτι που δεν σ’ενδιαφέρει και να μπαίνεις σ’ένα επάγγελμα που δεν σ’αρέσει. Είναι καταδίκη.

Τις τρεις μητέρες δεν τις γνωρίζω προσωπικά, είμαι σίγουρη πως με αμέτρητες θυσίες και με πολλή αγάπη έφεραν στον κόσμο τα παιδιά τους και τα μεγάλωσαν. Τις σέβομαι αλλά μου δημιουργούν και μια αμηχανία ταυτόχρονα. Είναι η άλλη όψη της Ελλάδας, για μένα.

Μα τέλος πάντων, θα μου πείτε, ψυχανάλυση θα κάνουμε τώρα; Ναι, γιατί ίσως αν κάναμε όλοι λίγο περισσότερη ψυχανάλυση, να ήταν κάπως αλλοιώς η ελληνική κοινωνία, να είχε τέλος πάντων ένα πιο ώριμο πρόσωπο.

Δεν θα ήταν καλύτερα αν άφηναν οι Έλληνες γονείς τα παιδιά τους να μεγαλώσουν, να ωριμάσουν, να ενηλικιωθούν επιτέλους;  Να μάθουν να βράζουν ένα αυγό, να κάνουν λάθη στις επιλογές τους, στις σπουδές για παράδειγμα ή στην επιλογή επαγγέλματος, δεν θα ήταν καλύτερα αν τα άφηναν κάπως να εκτεθούν στην πραγματική ζωή;

Γιατί να διαιωνίζεται αυτή η παράξενη κατάσταση που καθιστά τα Ελληνόπουλα κακομαθημένα και καταπιεσμένα συνάμα; Από τη μια οι γονείς τους παρέχουν τα πάντα, και από την άλλη τους επιβάλλουν την θέλησή τους στις πιο σημαντικές αποφάσεις της ζωής τους.

Φυσικά πάντα υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά κακά τα ψέματα, η μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών είναι υπερβολικά προστατευμένη, σχεδόν άβουλη.

Οι γονείς που ελέγχουν υπερβολικά τα παιδιά τους, υπονομεύουν την δυνατότητα των παιδιών τους για αυτοέλεγχο

γράφει ο W.Mischel στο βιβλίο The Marshmallow test.

Σαν επίλογο θα πρότεινα να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά εκείνους τους ηλικιωμένους της Πίνδου, τους ελεύθερους, τους αγέρωχους, τους ολιγαρκείς που σίγουρα έχουν κάτι να μας διδάξουν.

….

Το προηγούμενα μέρη της σειράς αναρτήσεων με τίτλο Ιστορίες γύρω από το φαγητό μπορείτε να διαβάσετε εδώ  και  εδώ

Λητώ Σεϊζάνη

Η Λητώ Σεϊζάνη είναι μεταφράστρια και συγγραφέας. Έχει σπουδάσει Ιταλική φιλολογία και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές μετάφρασης. Έχει εργαστεί σαν μεταφράστρια σε διάφορα περιοδικά και σε έναν τηλεοπτικό σταθμό. Έχει δημοσιεύσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, έργα των Τόμας Χάρντυ και Τζοβάννι Βέργκα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και το πρώτο της παιδικό βιβλίο με τίτλο "Η έξυπνη πριγκίπισσα". Συνεργάζεται από την αρχή με το P&I ως επιμελήτρια και αρθρογράφος. Μπορείτε να διαβάσετε κείμενά της στο site της.

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.