Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Μενέξενος

220px-Head_Platon_Glyptothek_Munich_548

Aναδημοσίευση ενός κειμένου της φιλολόγου και ποιήτριας Μαρίας Μαρκαντωνάτου από την ιστοσελίδα της

Ὁ «Μενέξενος» εἶναι γνωστός ὄχι γιά τήν ἀξία του καθαυτή – ἀνάμεσα στ’ ἄλλα μεγάλα ἔργα τοῦ φιλοσόφου χάνεται σχεδόν – ἀλλά, ἐπειδή περιέχει ἕναν ἐπιτάφιο λόγο τόν ὁποῖο ἀπαγγέλει μάλιστα ὁ Σωκράτης. Ἔτσι προσφέρεται γιά μελέτη προκειμένου νά διαπιστωθεῖ ἡ ὁμοιότητά του ἤ μή πρός ἄλλους κανονικούς ἐπιταφίους. Ὁ Ἐπιτάφιος, ἄς ποῦμε, τοῦ Περικλῆ στό Θουκυδίδη μᾶς ὁδηγεῖ ἐκ τῶν πραγμάτων στόν ἐπιτάφιο τοῦ Λυσία γιά τούς πεσόντες στόν Κορινθιακό πόλεμο, σ’ ἐκεῖνον τοῦ Δημοσθένη γιά τούς πεσόντες στή Χαιρώνεια, τοῦ Ὑπερείδη γιά τούς πεσόντες τοῦ Λαμιακοῦ πολέμου καί τέλος στό «Μενέξενο» τοῦ Πλάτωνα, πού δέ γράφηκε, βέβαια, γιά νά ἐκφωνηθεῖ, ἀλλά γιά λόγους προσωπικούς τοῦ συγγραφέα.

Σήμερα, δέν ἀμφισβητεῖ κανείς τή γνησιότητα τοῦ Πλατωνικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Τό πρόβλημα ἔχει λυθεῖ ὁριστικά. Διΐστανται ὅμως οἱ γνῶμες σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό χαρακτήρα του. Σέ ἀντίθεση μέ τούς παλιούς, νεότεροι μελετητές του (Lesky, Tailor) διατύπωσαν τήν ἄποψη πώς ὁ Πλάτων ἔγραψε τόν Μενέξενο, γιά νά σατιρίσει τήν κοινοτοπία καί κενολογία τῶν ἐπιταφίων, στηλιτεύοντας ἔτσι τούς ρήτορες τῆς ἐποχῆς του πού σέρβιραν στούς ἀκροατές τους φουσκωμένα λόγια καί ἀναλήθειες καί συνέβαλλαν στήν ἡμιμάθεια καί ἀποχαύνωσή τους. Γι’ αὐτούς λοιπόν ὁ Μενέξενος δέν εἶναι παρά μιά παρωδία ἐπιταφίου.
Ἄλλοι συμφωνοῦν ὡς πρός τή σατιρική διάθεση πού διέπει τό ἔργο, καταλήγουν ὅμως πώς το ἐγκώμιο εἶναι σοβαρό. Ἐναπόκειται ἄρα στήν κρίση καί τήν εὐαισθησία τοῦ ἀναγνώστη νά διαμορφώσει τήν προσωπική του ἄποψη.

Ἐκεῖνο πού φαίνεται καθαρά εἶναι τό ἀνάλαφρο καί φιλοπαῖγμον ὕφος τοῦ διαλογικοῦ μέρους στήν ἀρχή τοῦ ἔργου. Ἐκεῖ ὁ Σωκράτης εἰρωνεύεται ἀπροκάλυπτα τούς ρήτορες καί δή τούς κατασκευαστές ἐπιταφίων. Γι’ αὐτό καί δηλώνει πώς ὁ λόγος πού θά ἀπαγγείλει ὁ ἴδιος εἶναι ἔργο τῆς Ἀσπασίας, ἀπό κομμάτια μάλιστα πού τῆς περίσσεψαν ἀπό τόν ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Πλάτων ἀφαιρεῖ ἀπό τό λόγο τό βάρος πού ἔπρεπε νά ἔχει, ἄν ἦταν τοῦ Σωκράτη. Μοιάζει λοιπόν σάν νά λέει στούς ρήτορες, πού καμώνονταν τούς σπουδαίους, πώς δέν ἀξίζουν δά καί πολλά πράγματα, ἀφοῦ αὐτά πού περιεῖχε συνήθως ἕνας ἐπιτάφιος ἦταν τόσο γνωστά, πού ὁ καθένας μποροῦσε νά τά γράψει – κι ἡ Ἀσπασία στό πόδι, τόν ἔγραψε – καί τό ἴδιο νά ἐντυπωσιάσει.
Ἔτσι ἑξηγοῦνται, ἄλλωστε καί οἱ ἀνακρίβειες, ἀλλά καί οἱ ἀναχρονισμοί πού συναντᾶ κανείς στό «Μενέξενο». Ἐντάσσονται δηλαδή στήν πρόθεση τοῦ φιλοσόφου πού ἐπισημαίνουμε: Μοιάζει σάν νά τούς λέει πώς, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι «ἑτοιματζίδικοι» καί ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, προσθέτει κανείς ἤ ἀφαιρεῖ, ἑπόμενο εἶναι νά περιέχουν καί ἀνακρίβειες, – δέν μπορεῖ κανείς νά τά θυμᾶται ὅλα -, μά καί ἀναχρονισμούς, π.χ. ἡ Ἀσπασία ζεῖ καί γράφει λόγους, ὁ Σωκράτης ζεῖ καί ἐκφωνεῖ λόγους (ὡς γνωστό ὁ Σωκράτης πέθανε τό 399 π.Χ., λίγο μετά πέθανε καί ἡ Ἀσπασία, ἐνῶ ὁ λόγος ἀναφέρεται στούς νεκρούς τοῦ Κορινθιακοῦ πολέμου, 395-386 π.Χ.). Ἔτσι ἐνισχύει τή σάτιρά του πρός τούς ρήτορες, τούς δίνει δηλ. ἕναν καθρέφτη νά δοῦν τό πρόσωπό τους.
Ἡ σατιρική συνεπῶς διάθεση τοῦ Πλάτωνα δέν ἀφορᾶ τόσο στό περιεχόμενο ἑνός τέτοιου λόγου, ὅσο στούς ρήτορες, πού ἐξ ἄλλου καί σ’ ἄλλα του ἔργα συναντᾶται.

Φυσικά, ἡ ἐπανάληψη τῶν ἴδιων καί τῶν ἴδιων κάθε φορά, ὁ ἐγκωμιαστικός τόνος, ἡ ὑπερβολή καί ἀπόκρυψη, ἡ παραποίηση τῶν γεγονότων γιά εὐνόητους λόγους, χαρακτηριστικά παρόμοιων λόγων καί τότε καί σήμερα, – ἀλλιῶς τί ἐγκώμια θά ἦταν -, σίγουρα, ἐνοχλοῦσαν τόν μεγάλο στοχαστή, ὅπως ἐνοχλοῦν καί σήμερα ἀνάλογα πράγματα τόν γνήσιο πνευματικό ἄνθρωπο. Ὅμως ἡ ἱστορία τῆς Ἀθήνας δέν ἦταν τυχαία ὑπόθεση. Γι’ αὐτό, μ’ ὅλες τίς ὑπερβολές καί τίς παραποιήσεις, τά ἀληθινά γεγονότα πού συνιστοῦν τήν ἱστορία τῆς πόλης, ἀποτελοῦν ἀπό μόνα τους ἐγκώμιο καί ἐπιβάλλονται. Αὐτά, καθώς καί οἱ βασικές ἰδέες πού διατρέχουν τό κείμενο, πάνω στίς ὁποῖες στήριξε ἡ Ἀθήνα τό πολιτιστικό της οἰκοδόμημα καί πού ἀναδύονται κάθε τόσο, ἰδίως στό παραινετικό καί παραμυθητικό μέρος, καθιστοῦν ἐν τέλει τόν λόγο σοβαρό, συγκινοῦν καί μᾶς ἀμείβουν. Γι’ αὐτό, στό τελευταῖο διαλογικό μέρος, οἱ συζητητές δέν ἔχουν πιά διάθεση γιά εἰρωνεῖες. Φαίνονται σοβαροί καί ὁμολογοῦν κι οἱ δυό πώς ὁ δημιουργός τοῦ λόγου εἶναι μακάριος.

Στόν «Μενέξενο» λοιπόν ὁ Πλάτων, ναί μέν σατιρίζει τούς ρήτορες καί τήν προχειρότητα πού τούς διακρίνει μέ τόν τρόπο πού παραπάνω ἀναπτύξαμε, ἀλλά, ἴσως καί δίχως νά ἦταν στήν πρόθεσή του, ἡ ἴδια ἡ σοβαρότητα τῶν πραγμάτων, γιά τά ὁποῖα κάνει ἀναγκαστικά λόγο, τοῦ ἐπιβάλλεται, τόν συνεπαίρνει καί καταλήγει σ’ ἕνα ἀκόμη ἐγκώμιο γιά τήν Ἀθήνα.

[Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 5, Μάϊος 1996]

Η Μαρία Μαρκαντωνάτου σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Παν/μιο Αθηνών και εργάστηκε στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Στο περιοδικό «Φιλοσοφία και Παιδεία» επιμελείται την στήλη με τίτλο Φιλοσοφία και Λογοτεχνία. Εισηγήσεις της για τον Σωκράτη, τον Επτανησιακό Πολιτισμό κ.λ.π. έχουν περιληφθεί σε Πρακτικά Συνεδρίων ενώ έχει διδάξει σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής και έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Η τελευταία της με τίτλο Φύλλα ριζικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις κουκούτσι.

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.