Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

No Country for Old Men/2

Δημοσιεύουμε σε τρεις συνέχειες ένα δοκίμιο του Γιώργου Μήτσου, ο οποίος αναλύει μια ταινία των αδελφών Κοέν

noc

Ένα «drug deal gone wrong», ένας noir (αντί-)ήρωας…

 

Τρεις κεντρικοί χαρακτήρες που δεν συναντιούνται (ακόμα και στις σκηνές που βρίσκονται θανάσιμα αντιμέτωποι, Moss – Chigurgh δεν εμφανίζονται ποτέ στο ίδιο πλάνο), αν και οι μοίρες τους συνδέονται οργανικά. Μια ανελέητη καταδίωξη σε ένα παρακμιακό αστικό τοπίο που διαμορφώνουν άδειοι αυτοκινητόδρομοι, έρημοι και υποφωτισμένοι τη νύχτα δρόμοι μικρών επαρχιακών πόλεων, δωμάτια μοτέλ και φτηνών ξενοδοχείων των ‘80ς. Ένα τοπίο με χώρους άδειους από κίνηση, άδειους από ζωή, όπου οι ήρωες συναντούν ανθρώπινες μούμιες, μάλλον, παρά κανονικούς ανθρώπους, άψυχες, χωρίς ενέργεια φιγούρες, σαν την ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια του μοτέλ ή τον οδηγό με τον οποίο ο Moss δραπετεύει τη τελευταία στιγμή απ’ το μοτέλ, κάνοντας ωτοστόπ (σκηνή – επινόηση των Coen, στο μυθιστόρημα ο ήρωας φεύγει με ταξί). Και ένα τοπίο όπου τα πάντα δείχνουν εκτός ελέγχου, το οργανωμένο κράτος σχεδόν απουσιάζει, η εγκληματικότητα οργιάζει…

Λίγα φαίνεται να έχουν αλλάξει από την εποχή της Άγριας Δύσης, εποχή που ο συγγραφέας γνωρίζει καλά, άλλωστε, ήδη από τον «Ματοβαμμένο Μεσημβρινό» («Blood Meridian or the Evening Redness in the West») που έγραψε πάνω από δύο δεκαετίες πριν. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην ίδια περιοχή σχεδόν ενάμιση αιώνα μετά –και, από μία άποψη, είναι σαν να μη πέρασε μια μέρα. Η ίδια βαρβαρότητα, η ίδια φαυλότητα, ο εφιάλτης έχει εγκατασταθεί οριστικά. Η διακριτική (όσο και ουσιαστική) αναφορά στο Western προκύπτει μάλλον αντικειμενικά, σχεδόν αναπόφευκτα. Πλήθος πραγματολογικών δεδομένων, άλλωστε, παραπέμπει εκεί, ο χώρος, οι θεσμοί (πχ των οργάνων τάξης), τα καπέλα, οι μπότες, μέχρι και άλογα επιστρατεύονται για τη προσέγγιση δυσπρόσιτων περιοχών, δεν συζητάμε, βέβαια, για την ανεξέλεγκτη βία, τη σκληρότητα και τα κίνητρα ανθρώπων… Καταστάσεις νοσηρές που, στη σκέψη του συγγραφέα, είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη  βιομηχανία των ναρκωτικών που ανθεί κατά μήκος των συνόρων. Η διαβρωτική της λειτουργία στο κοινωνικό σώμα καταλυτική –και έμμονη ιδέα για τον McCarthy: «Νομίζω ότι αν ήσουν ο Σατανάς και καθόσουν κι έσπαγες το κεφάλι σου να βρεις έναν τρόπο να γονατίσεις την ανθρωπότητα, στα ναρκωτικά θα κατέληγες.», μονολογεί ο σερίφης Bell προς το τέλος του μυθιστορήματος…

Σε αυτή τη γεωγραφία, ένας λούμπεν, ηλεκτροσυγκολλητής στο επάγγελμα, βετεράνος του Βιετνάμ, θα τα παίξει όλα για όλα επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσει ένα «drug deal gone wrong»: «Όλη του η ζωή μπροστά του, ανάμεσα στα πόδια του. Η κάθε μέρα από το πρωί ως το βράδυ μέχρι να πεθάνει. Κι όλη η ζωή αυτή είκοσι κιλά χαρτί σε μια βαλίτσα.», γράφει ο McCarthy…

noc2

Σε συνέντευξή του, ο Josh Brolin (που έχει ζήσει σε ράντσο και γνωρίζει τη περιοχή,  τους ανθρώπους και την ιδιοσυγκρασία τους) βεβαιώνει πως γνωρίζει προσωπικά ντόπιους που θα λειτουργούσαν ακριβώς σαν τον χαρακτήρα που υποδύεται, σε ανάλογη περίσταση. Άνθρωπος που πιάνουν τα χέρια του, ικανός με τα όπλα και σκληραγωγημένος (δεδομένα συνεπή με το ιστορικό του ήρωα), χαρακτήρας σκληρός, αποφασιστικός, γενναίος, τυπικός survivor, ο Llewelyn Moss είναι ένας από τους εκατοντάδες ατομικούς ήρωες που μας έχει προμηθεύσει το αμερικανικό σινεμά. Στην σεκάνς που εμφανίζεται για πρώτη φορά (απόσπασμά της ακολουθεί αμέσως παρακάτω), ο θεατής συναντά έναν άνθρωπο με χαρακτηριστική αυτοκυριαρχία απέναντι στο φοβερό σκηνικό μακελειού που απλώνεται μπροστά του, ψυχρό απέναντι σε έναν ετοιμοθάνατο Μεξικάνο πρεζέμπορα. Έναν άνθρωπο που μαζεύει ό,τι όπλο τον ενδιαφέρει γύρω του και γρήγορα προσανατολίζει τη σκέψη του στο στόχο: την αναζήτηση του τελευταίου επιζώντα («last man standing») με τα χρήματα. Η μοίρα δείχνει το απατηλά φιλικό της πρόσωπο στο ξεκίνημα της ιστορίας, ο ίδιος δείχνει ψύχραιμος, μεθοδικός, γεμάτος αυτοπεποίθηση, σύντομα, όμως, θα συνειδητοποιήσει ότι η κατάσταση τον ξεπερνά…

noc3

Εξέλιξη τραγική στην οποία έχει συμβάλει, με τρόπο τυπικά ειρωνικό, ο ίδιος. Δυστυχώς (;) για αυτόν, δεν είναι όσο κυνικός απαιτεί η περίσταση. O Moss αντιπροσωπεύει μια ενδιάμεση (ας το πούμε έτσι) ηθική κατάσταση, συγκριτικά με το δίπολο που διαμορφώνουν τα δύο άκρα, σερίφης Ed Tom Bell και Anton Chigurgh. Πίσω στο σπίτι, εμφανίζεται στοργικός και προστατευτικός απέναντι στη νεαρή γυναίκα του, την οποία σύντομα φυγαδεύει, με την οποία πάντα σχεδιάζει να βιώσει το όνειρο της «μεγάλης ζωής». Προδίδεται, όμως, από τα καλά κρυμμένα πίσω από το προσωπείο έσχατα υπολείμματα ανθρωπιάς του, διαπράττει το μοιραίο λάθος (για το οποίο δείχνει να έχει πλήρη επίγνωση) και ο μηχανισμός της αφήγησης παίρνει μπρος. Δεν γίνεται να τα έχουμε όλα σ’ αυτή τη ζωή: η συμπόνια (ή μήπως οι ενοχές;) για έναν άνθρωπο που παράτησε στην ερημιά να ξεψυχά αφυδατωμένος, μοιάζει ανεπίτρεπτη πολυτέλεια μπροστά στους κινδύνους που ελλοχεύει ο σφετερισμός μιας βαλίτσας με 2,5 εκ «αμαρτωλό» χρήμα του υποκόσμου. Γυρίζοντας στον τόπο του μακελειού, σφραγίζει τη μοίρα του, όσο και αυτήν της γυναίκας του. Αρχικά θα γλυτώσει, αλλά σύντομα ταυτοποιείται και αμέσως το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι ξεκινά, μια θανάσιμη, ανελέητη καταδίωξη με προδιαγεγραμμένο τέλος. Στο κατόπι του, αμφότερες οι πλευρές που συμμετείχαν στη μοιραία (για όλους τελικά, πλην του Chigurgh) συναλλαγή της ερήμου, φυσικά και ο σερίφης –που αποτελεί, πρακτικά, την τελευταία του ελπίδα να βγει ζωντανός από αυτή τη περιπέτεια…

Η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Moss, όπως εμφανίζεται στο φιλμ, δεν θα ήταν πάντως εντελώς αυτονόητη αν η σεναριακή διασκευή έμενε απόλυτα πιστή στο μυθιστόρημα του McCarthy. Για όσους το έχουν διαβάσει, υπενθυμίζω πως, λίγο πριν το τραγικό του τέλος, ο Moss έχει τυχαία συνάντηση με 15χρονη κοπέλα, «σκαστή» από το σπίτι της, που οδεύει προς Καλιφόρνια για να ξεκινήσει τη ζωή της από την αρχή. Την παίρνει με ωτοστόπ, γρήγορα της εμπιστεύεται το τιμόνι (επιλογή με ρίσκο καθότι ανήλικη, χωρίς άδεια, αλλά το τραύμα του τον ταλαιπωρεί), της παρέχει φαγητό, δωμάτιο σε μοτέλ κ.ά., σκοπεύει δε να την πάρει μαζί του μέχρι το El Paso ώστε να συνεχίσει από κει μέχρι τον τελικό της προορισμό. Ο McCarthy, μάλιστα, «επενδύει» αρκετά στο περιστατικό και την προσπάθεια των δύο χαρακτήρων να επικοινωνήσουν. Δεν θα επεκταθώ, θέλω ωστόσο να επισημάνω ότι ο Moss δεν θα εκμεταλλευθεί την -αρκετά ώριμη για την ηλικία της- μικρή (παρά το γεγονός ότι η τελευταία είναι ερωτικά διαθέσιμη απέναντί του), απεναντίας θα της δώσει χρήματα (ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό), θα τη συμβουλέψει κ.λπ. Είναι μια ιστορία που «ψηλώνει» τον Moss και η ενσωμάτωσή της στο σενάριο θα διευκόλυνε την ταύτιση του θεατή με τον χαρακτήρα του, ενεργοποιώντας συναισθήματα κατά τον θάνατό του, παρά τον αποδραματοποιημένο τρόπο που αυτός παρουσιάζεται στη ταινία (off screen). Πόσω μάλλον όταν η παρουσία του κοριτσιού τον καθιστά ευάλωτο απέναντι στους δολοφόνους του (φέρονται να τον εκβιάζουν με τη ζωή της, προσπαθεί να τη σώσει, φυσικά πεθαίνουν και οι δύο). Φαίνεται πως οι Coen θέλησαν να κατοχυρώσουν αφενός τη σαφή διαφοροποίηση στα μέλη του κεντρικού πρωταγωνιστικού τριγώνου (Bell – Moss – Chigurgh), αφετέρου δε την αποστασιοποίηση του θεατή από τα δρώμενα –και σε αυτούς τους λόγους θα πρέπει, μάλλον, να αναζητηθεί η επιλογή απόρριψης της παραπάνω ιστορίας.

Στη θέση της κοπέλας, λοιπόν, επινοείται το «φτηνό» περιστατικό με την άγνωστη ώριμη γυναίκα και την «ωμή» ερωτική της επίθεση στον Moss, σκηνή που κλείνει με την ατάκα «Beer leads to more beer…» και το χαρακτηριστικό χαμόγελο του τελευταίου (που μας προδιαθέτει αναλόγως). Θέλω να πω, δηλ., ότι οι σκηνοθέτες βλέπουν στον Moss έναν «μέσο» χαρακτήρα. Χαρακτήρα σταθερά αισιόδοξο και ανυποψίαστο, παρεμπιπτόντως: «Looking for what’s coming…», λέει στη γυναίκα χαλαρός, «Yeah, but noone ever sees that…», απαντάει εκείνη. Οι Coen κλείνουν το μάτι στο κοινό. Αυτό που έρχεται είναι ο θάνατος, με το θεατή να γνωρίζει ήδη ότι οι Μεξικάνοι έχουν εντοπίσει τα ίχνη του Moss. Η συναισθηματική του εμπλοκή, όμως, όσον αφορά το τέλος του ήρωα που ακολουθεί αμέσως μετά, θα είναι αισθητά διαφορετική από ότι θα ήταν αν είχε υιοθετηθεί η παραπάνω ιστορία με τη 15χρονη. Από τις καίριες παρεμβάσεις των Coen, που η λογική της είναι συναφής με τον χειρισμό του χαρακτήρα του Wells στη σκηνή της εκτέλεσής του από τον Chigurgh (βλ. σχετικό σχόλιο παραπάνω). Αντίστροφης λογικής, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα είναι η σεναριακή παρέμβαση σχετικά με τον χαρακτήρα της Carla Jean, στη σκηνή του δικού της τέλους.

«Ok, I’ll be part of this world…»

Το στοίχημα της ταινίας, πάντως, μοιάζει να έχει κερδηθεί από τα πρώτα λεπτά του φιλμικού σώματος, στο πλαίσιο μιας άκρως λειτουργικής εισαγωγικής σεκάνς: Γνωριμία με τους δύο από τους τρεις βασικούς χαρακτήρες (ο τρίτος, στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω, είναι αυτός που τροποντινά τους συνδέει στο αφηγηματικό σύστημα της ταινίας καθώς αμφότεροι τον καταδιώκουν), αναγνώριση χώρου (που έχουμε ήδη καταλάβει πως αποτελεί σημαίνοντα «χαρακτήρα» στη ταινία) και εξοικείωση με τον τόνο και το κλίμα του φιλμ.

noc4

Το παράλογο και ακατανόητο της βίας στο σύγχρονο κόσμο, στη voice over του σερίφη Bell (Tommy Lee Jones), ενός ικανού, έμπειρου, ευφυούς επαγγελματία, φορέα μιας παράδοσης «ρομαντικής» που αργοπεθαίνει (άσχετα αν και αυτή η ψευδαίσθηση υπονομεύεται λίγο πριν το τέλος από το θείο του: ίσως παλιότερα οι συσχετισμοί δεν ήταν τόσο εξόφθαλμα αρνητικοί, ίσως απλά το Κακό δεν ήταν ακόμα τόσο κυρίαρχο…). Η νοσταλγία για την οριστικά χαμένη αθωότητα του παρελθόντος και των ανθρώπων του (το τελευταίο ψυχολογικό του αποκούμπι). Ο ήρωας ήδη σε mood παραίτησης, ο θεατής προετοιμάζεται για την απόσυρσή του από την ενεργό δράση στο φινάλε.

Απόσυρση που προκύπτει από την αναγνώριση της ήττας του απέναντι στο Κακό. Αδύνατο να το νικήσεις, αδύνατο να το συλλάβεις καν. Αίφνης -και σε συνέχεια της αναφοράς στην ανεξιχνίαστη φύση του σύγχρονου εγκλήματος στην αφήγηση της εισαγωγής- η παρανοϊκή, αλλόκοτη, απόκοσμη φιγούρα του Javier Bardem (φιγούρα,  αλλά και όνομα, οπλισμός κ.ά., που δεν παραπέμπουν σε τίποτε αναγνωρίσιμο), στον πρώτο από τους πολλούς φόνους του κατά τη διάρκεια του φιλμ.

noc5

Όταν ο εργοδότης του ζητά να μάθει τη γνώμη του για το βαθμό επικινδυνότητάς του, ο Carson Wells απαντά επίσης με ερώτηση, εννοείται ρητορική: «Σε σύγκριση με τι; Τη βουβωνική πανώλη;». Ο Anton Chigurgh, παρόλα αυτά, δεν είναι «υπερφυσικός» ήρωας. Δεν παραπέμπει, ας πούμε, στον Michael Myers του «Halloween» του John Carpenter. Είναι γήινος, με σάρκα και οστά, αν τον χτυπήσεις θα τρέξει αίμα από τις φλέβες του. Αλλά είναι ανθεκτικός στον πόνο, ευφυής, σίγουρος για τον εαυτό του, αυτάρκης. Η γλώσσα του σώματος, η κίνησή του, συνολικά η παρουσία του, υποβάλλουν μια αίσθηση ντετερμινισμού. Λειτουργεί χωρίς άγχος, χωρίς πίεση, σε ρυθμούς αργούς, κι όμως βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τα θύματά του. Στη σεκάνς της σύγκρουσής του με τον Moss, υπό το πρίσμα του οποίου παρακολουθούμε την ανέλιξη της δράσης, ο Chigurgh, αν και «αόρατος» (εκτός κάδρου), είναι, εντούτοις, εμφατικά παρών και φονικά αποτελεσματικός. Κι όταν στο τέλος της σκηνής τραυματίζεται, εξαφανίζεται πάραυτα, εν συνεχεία εξασφαλίζει το απαιτούμενο φαρμακευτικό υλικό σκηνοθετώντας ολόκληρη έκρηξη – αντιπερισπασμό, αυτο-θεραπεύεται στο δωμάτιο ενός μοτέλ και ξαφνικά εμφανίζεται ενώπιον του Wells, ξαναπιάνοντας το νήμα από το σημείο που το άφησε…

Ένας χαρακτήρας που σταθερά χειραγωγεί τη πλοκή, που δρα προβλέποντας την έκβαση των πραγμάτων. Ένας χαρακτήρας που, χωρίς καμιά αναστολή και δισταγμό, σκοτώνει ανυποψίαστους οδηγούς, χρησιμοποιεί τα αμάξια τους για λίγο, εν συνεχεία τα καίει (εξαφανίζοντας τα ίχνη του), για να σκοτώσει τον επόμενο κ.ο.κ. («Ο λόγος που κανείς δεν ξέρει τη φάτσα του είναι ότι όποιος τον δει δεν ζει να μας τον περιγράψει.», λέει, σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος, ο σερίφης Bell –ενώ λίγο πριν το κλείσιμο της ταινίας αναρωτιέται, συζητώντας με συνάδελφό του, αν είναι όντως «πραγματικός» ή φάντασμα…). Ένας «προφήτης της καταστροφής» (κάποιοι μίλησαν για προφήτη μιας «μηδενιστικής θεολογίας») και η διαδρομή του, μια σκυταλοδρομία θανάτου…

Τα παραπάνω συμμορφώνονται με το προφίλ ενός ιδιόμορφου, έστω, ικανότατου και έμπειρου εκτελεστή, (ελεύθερου) επαγγελματία δολοφόνου του υποκόσμου, αλλά αδυνατούν να σκιαγραφήσουν πλήρως μια προσωπικότητα που δίνει νέο περιεχόμενο και διάσταση στον όρο «αμοραλισμός». Στη σκηνή που μόλις παρακολουθήσαμε, λειτουργεί σαν να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως εργαλείο της μοίρας που αποφαίνεται για το δικαίωμα ή όχι ενός ανθρώπου να ζήσει. Ενός κοινού ανθρώπου, από τα εκατομμύρια που έζησαν σαν κομπάρσοι σε τούτη τη ζωή. Γιατί αυτόν; Γιατί αυτός βρέθηκε μπροστά του. Και γιατί τώρα? Διότι τώρα βρέθηκε μπροστά του. Τόσο απλά. Η ζωή του, για τον Chigurgh, ήταν «υπό αίρεση» όλο αυτό το διάστημα, το νόμισμα ταξίδευε επί 22 χρόνια για να τον συναντήσει. Κι αυτός, φορέας της μοίρας, είναι εδώ για να δώσει τη «λύση», όποια κι αν είναι αυτή…

Ο «συνάδελφος» και ανταγωνιστής του Wells κάνει λόγο για … «principles»! Υπαινίσσεται ότι η συμπεριφορά του Chigurgh υπακούει σε κάποιον περίεργο κώδικα αρχών. Μακάβριο μεν, κώδικα πάντως. Στην προαναφερόμενη σκηνή, ο θεατής γίνεται κοινωνός της δικής τους εκδοχής … δεοντολογίας («You need to call it. I can’t call it for you, it wouldn’t be fair.»), το δε αποτέλεσμα της τύχης γίνεται σεβαστό: o άνθρωπος θα συνεχίσει να ζει. Ενώ λίγο πριν το κλείσιμο της ταινίας, θα βρεθεί ενώπιον της Carla Jean (μια πολύ καλή Kelly McDonald) προκειμένου να διευθετήσει την τελευταία … εκκρεμότητα της ιστορίας. Δεν υπάρχει καμία απολύτως λογική, καμία αναγκαιότητα για αυτήν την επιλογή, η υπόθεση έχει κλείσει, ο Chigurgh έχει θριαμβεύσει, η αθώα γυναίκα (αρνητική εξ’ αρχής στην απόφαση του Llewelyn…) δεν είχε συμμετοχή, δεν τον απειλεί, δεν τον γνωρίζει, δεν τον έχει δει καν. Έδωσε το λόγο του στον σύζυγό της, όμως –και δεν έχει σημασία αν κι αυτός είναι πια νεκρός. Η Carla Jean (που έχει ήδη βιώσει πολλά) θα αρνηθεί να παίξει το παιχνίδι του Chigurgh πετώντας το μπαλάκι πίσω: είναι η δική του βούληση, η βούληση του Chigurgh αυτή που αποφασίζει, όχι το νόμισμα, όχι η «τύχη». Για άλλη μια φορά, οι Coen αφήνουν το δικό τους στίγμα στη μυθοπλασία κρατώντας αποστάσεις από τον McCarthy: Σε αντίθεση με τον τρόπο που ο τελευταίος αντιλαμβάνεται τη σκηνή στο μυθιστόρημα, η Carla Jean θα είναι η μόνη που δεν θα λυγίσει, επιχειρώντας να  ακυρώσει τον ρόλο που ο Chigurgh επιφυλάσσει για τον εαυτό του, απορρίπτοντας τους όρους και «κανόνες» του, υπερασπιζόμενη τον νεκρό σύζυγό της, με αυτοκυριαρχία και ψυχικό σθένος απέναντι στον επικείμενο θάνατό της. Από τις πιο σημαντικές τροποποιήσεις των Coen, και ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον από άποψη φιλοσοφική σημείο του φιλμ (στο οποίο θα επανέλθω παρακάτω) που, όμως, οι σκηνοθέτες προσπερνούν, υπαινισσόμενοι απλά την έκβαση της συνάντησης…

noc8

Όσο για τα κίνητρα του ανδρός; Ας το αφήσουμε καλύτερα. Ένας άνθρωπος που κόβει (με αιματηρό τρόπο) την όποια επαφή με τους εργοδότες του, αλλά … ενοχλείται βαθύτατα και εκδικείται αμείλικτα, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν είχε την αποκλειστικότητα της αποστολής. Ο Chigurgh δεν αφήνει κανέναν λογαριασμό σε εκκρεμότητα. Άσχετα αν αυτό σημαίνει πως θα παρεκκλίνει από το στόχο προσωρινά. Ποιος είναι εντέλει ο στόχος του, όμως; Και ποια η κινούσα δύναμη, το βαθύτερο κίνητρο που διέπει τη δράση του; Όποια κι αν είναι η απάντηση, το σίγουρο είναι πως υπερβαίνει τη βαλίτσα με τα χρήματα. Το έχω ήδη γράψει, η σκοτεινή πλευρά του Chigurgh θα παραμείνει μέχρι τέλους πρόκληση για το θεατή…

noc6

Επιστρέφοντας στη σεκάνς της εισαγωγής, το θύμα του κλείνει το τηλέφωνο με την πεποίθηση ότι τα πράγματα είναι «under control» και στο επόμενο δευτερόλεπτο η φρίκη ξεκινά. Η σκηνοθεσία θα επιμείνει ενοχλητικά στην απόδοση της σκηνής, εστιάζοντας στη πιο ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Ο τρόμος εγκαθίσταται οριστικά, έκτοτε η παρουσία του Chigurh θα σηματοδοτεί ανασφάλεια υποβάλλοντας σε δοκιμασία τα νεύρα του θεατή…

Και φυσικά η τραχύτητα του χώρου (μια αχανής, άγονη και ακατέργαστη περιοχή του νοτιοδυτικού Texas, κοντά στα σύνορα με το Μεξικό), όπως μας αποκαλύπτεται στην αυγή της καινούργιας μέρας. Τραχύτητα που «κουμπώνει» με το όργιο -σωματικής τε και ψυχολογικής- βίας που θα «φιλοξενήσει» εντός του –όσο και με την έρημο της ψυχής των ανθρώπων. «Τhis country is hard on people», λέει ο παππούς (θείος του σερίφη) στο φινάλε. Και … «You can’t stop what’s coming». Όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, ο ίδιος το έχει αποδεχθεί στωικά, ο χαρακτήρας του T.L. Jones το βιώνει ως ενοχή, απώλεια αυτοεκτίμησης και απουσία του Θεού…

noc7
«I always knew you had to be willing to die to even do this job; but I don’t want to push my chips forward and go out and meet something I don’t understand… A man would have to put his soul at hazard… He’d have to say: “Ok, I’ll be part of this world”…».
Ήδη από την εισαγωγή, οι Coen κάνουν τεράστια προσπάθεια να γατζωθούν, κυριολεκτικά, από κάπου –προκειμένου να αποφύγουν τον μηδενισμό (που πολλοί «προσάπτουν» σταθερά στο σύνολο της φιλμογραφίας τους). Η ιδιοφυία -αλλά και ευαισθησία τους- δεν τους βοηθά. Το ταλέντο τους, ωστόσο, είναι ώρες – ώρες εκτυφλωτικό…

4,5 λεπτά που θέτουν σε κίνηση τη μυθοπλασία αρμονικά, προαναγγέλουν εξελίξεις, εσωκλείουν τα themes, την ιδεολογία και φιλοσοφική διάθεση της ταινίας. Το πιο ενδιαφέρον σημείο, από άποψη αισθητική, είναι, βέβαια, ο υπέροχος διάλογος που ανοίγει ο λόγος (φωνή του T.L. Jones) με την εικόνα. Ολόκληρος δε ο εσωτερικός μονόλογος του Ed Tom Bell αξιοποιεί υλικό από το βιβλίο (κεφάλαια σε πρώτο πρόσωπο του σερίφη). Ατάκες διάσπαρτες εδώ και κει οργανώνονται και δομούνται από τους brothers σε ένα εκπληκτικό, πρωτότυπο συνεκτικό κείμενο. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο συγγραφέας θα το ζήλεψε…

Σχολιάστε το άρθρο

  • Έφη ΤΕΚΤΟΝΙΔΟΥ -Μπουρικα

    Δεν γνωρίζεις σε ποια στιγμή της ζωής σου,ποια ιδέα ή ποιος με τα γραφόμενα του
    Θα έχει καταλυτική σημασία για σένα και θα αποτελέσει την ώθηση για δημιουργία ,για Ζωή…

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.