Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

No Country for Old Men/3

Δημοσιεύουμε σε τρεις συνέχειες ένα δοκίμιο του Γιώργου Μήτσου, ο οποίος αναλύει μια ταινία των αδελφών Κοέν

«You can’t stop what’s coming…»

584

Σκηνή ανθολογίας από το φιλμ (στην οποία μας εισάγει ένα υπέροχο φοντύ ανσενέ στο χαλί του δωματίου του μοτέλ όπου ο σερίφης έχει μόλις συνειδητοποιήσει τι απέγινε με τη βαλίτσα με τα χρήματα), μακράν η πιο σημαντική (νοηματικά, φιλοσοφικά, ιδεολογικοπολιτικά) της ταινίας. Μάθημα σκηνοθεσίας, καλλιτεχνικής διεύθυνσης και διδασκαλίας ηθοποιών, εκπληκτικές ατμόσφαιρες, υψηλή τεχνική διαλόγων. Έχει φυσικά σημασία να ακουστεί το «Nineteen zero and … nine?», άλλο αν αποσπάται … κατά λάθος στο διάλογο των δύο ανδρών. Ο ένας, τυπικός εκπρόσωπος της παλαιότερης γενιάς, με χαρακτηριστική την ανάληψη της ευθύνης πράξεων και συνεπειών στη στάση του, χωρίς διάθεση αντεκδίκησης, ισορροπώντας στη σοφία που κομίζει η σωρευτική εμπειρία. Ο άλλος, πρόδηλα ηττημένος, γεμάτος τραύματα και ενοχές, συντριβή, έλλειμμα αυτοεκτίμησης. H στωική αποδοχή της μοίρας του αλλά και της κατάστασης των πραγμάτων, της πορείας του κόσμου γενικότερα, από τον σακάτη παππού (ένας συγκλονιστικός Barry Corbin), η απουσία του Θεού στον παραιτημένο αστυνόμο του T.L. Jones. Η αίσθηση του μάταιου και της αποτυχίας διάχυτη, στον εσωτερικό ρυθμό της σκηνής, τη πρόζα, την εκφορά του λόγου, το ντεκόρ, τα κοστούμια, παντού…

Εξαιρετική η ανάπτυξη της σκηνής, αισθητά αποτελεσματικότερη από το αντίστοιχο πρωτογενές υλικό του μυθιστορήματος. Και ίσως η πιο ενδεικτική περίπτωση όσον αφορά τον τρόπο δουλειάς των Coen, τη στρατηγική που ακολούθησαν στη διασκευή του: Σκηνή «δεμένη» και προσανατολισμένη γύρω από συγκεκριμένες θεματικές που έχουν προαποφασιστεί, διασφαλίζοντας συνεκτικότητα στο φιλμικό σώμα, αποφεύγοντας άσκοπα «πλατιάσματα» που θα προκαλούσαν σύγχυση ή θα «θάμπωναν» τον κεντρικό στόχο. Λογικά, λοιπόν, θα  αγνοηθεί το παρελθόν του σερίφη Bell, το backstory από τη θητεία του στον Β’ ΠΠ και οι ενοχές που κουβαλά. Στη ταινία, οι ενοχές του ήρωα -θα πρέπει να- σχετίζονται με την ανεπάρκειά του απέναντι στο Κακό (ο ίδιος αισθάνεται «overmatched», στο μυθιστόρημα ο συγγραφέας κάνει λόγο για «ήττα»). Αυτό είναι που πρέπει να αναδειχθεί –και οτιδήποτε επιπρόσθετο θα το υποβάθμιζε (ή θα το αδυνάτιζε). Άλλωστε η ταινία έχει ήδη σκιαγραφήσει την ηθική προσωπικότητα και συνείδηση του συγκεκριμένου χαρακτήρα, η παραπάνω ιστορία από το παρελθόν του δεν έχει να προσθέσει κάτι. Στην ίδια κατεύθυνση, οι Coen δεν θα επιμείνουν στη σχέση του ήρωα με τον πατέρα του και φυσικά δεν τους ενδιαφέρει η άτυχη ιστορία με την κόρη που δεν απέκτησε ποτέ και το τραύμα που τη συνοδεύει, στοιχεία που επίσης θα μείνουν εκτός σεναρίου ως αχρείαστες -ας πούμε ψυχαναλυτικού τύπου- περιπλοκές…
Ανεπανάληπτη η διήγηση του θείου Ellis (άλλο ένα περιστατικό ψυχρής, αναίτιας βίας, από το μακρινό παρελθόν τούτη τη φορά, σε βάρος συγγενικού τους προσώπου), με τον φακό να πλησιάζει διακριτικά και υποβλητικά τα δύο εκφραστικότατα πρόσωπα. Και το bottom line (πρακτικά εξολοκλήρου επινόηση των Coen), με τις πιο σημαντικές ατάκες που ακούγονται στο φιλμ, πέντε μικρές φράσεις που αποτελούν το ερμηνευτικό «κλειδί» της κοσμοθεώρησης των κινηματογραφιστών: «What you got ain’t nothing new. This country’s hard on people… You can’t stop what’s coming… It ain’t all waiting on you. That’s vanity.».

Το Κακό έρχεται από μακριά. Και δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί. Ο T.L. Jones θα στρέψει το βλέμμα, σιωπώντας. Οι Coen δεν κρύβουν τη πίκρα τους, στέκουν βουβοί όσο και με σεβασμό απέναντι στη τραγικότητα της ανθρώπινης συνθήκης –και της ανθρώπινης μοίρας…

«And I knew that whenever I got there, he’d be there…»

642

Ο πατέρας τον προσπέρασε αμίλητος κάπου στο χιονισμένο βουνό, προχώρησε μπροστά και άναψε φωτιά περιμένοντάς τον. Η παλαιότερη γενιά αναλαμβάνει αδιαμαρτύρητα την ευθύνη που της αναλογεί και επιτελεί το χρέος της, ανοίγοντας το δρόμο για την επόμενη «στο σκοτάδι και την παγωνιά» («in all that dark and all that cold») της Ιστορίας, σε μια σκυταλοδρομία υπευθυνότητας και εμπιστοσύνης. Έτσι ήταν κάποτε, έτσι ήταν μέχρι τώρα (;), φαίνεται να λένε οι McCarthy – Coen. Αλλά η φυσική τάξη των πραγμάτων έχει ανατραπεί οριστικά, η αρμονία και ισορροπία του κόσμου έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα –και οι συνέπειες για την ανθρωπότητα είναι ανυπολόγιστες…

«Έκανε κρύο και φυσούσε τη μέρα που βγήκε για τελευταία φορά από το τμήμα. Μερικοί άντρες μπορούν να πάρουν αγκαλιά μια γυναίκα που κλαίει, μα δεν ήταν ποτέ στο χαρακτήρα του. Κατέβηκε από τη πίσω πόρτα τα σκαλιά και μπήκε στο φορτηγάκι του κι έκλεισε τη πόρτα. Δεν ήξερε πώς να το πει αυτό που ένιωθε. Ήταν λύπη αλλά και κάτι ακόμα. Κι αυτό το κάτι ήταν που τον άφησε να κάθεται αντί να βάλει μπρος. Το’ χε ξανανιώσει, μα είχαν περάσει χρόνια από τότε, τότε ήξερε τι ήταν. Το αίσθημα της ήττας. Ότι νικήθηκες. Πιο πικρό κι από το θάνατο. Πρέπει να το ξεπεράσεις, είπε. Κι έπειτα έβαλε μπρος.»

Πριν δώσει το λόγο στον ήρωά του για τελευταία φορά, υπέροχα δωρικός και περιεκτικός, ο McCarthy ρίχνει την αυλαία στο μύθο του με τον παραπάνω εξαιρετικό τρόπο. Φόρμα, ύφος και ρυθμός στη γλώσσα σε απόλυτη αρμονία με το συγκεκριμένο περιεχόμενο που καλούνται να αποδώσουν: το τέλος της καριέρας του σερίφη Bell…

Απόσυρση από την ενεργό δράση που δεν βοήθησε τον Ed Tom να βρει τη ψυχική του ηρεμία. Το κλείσιμο της ταινίας τον βρίσκει ακόμα πιο γερασμένο, ανήσυχο, νευρικό. Αναζητώντας μάταια περιεχόμενο στη ζωή του, ώστε να τιθασεύσει τους εσωτερικούς του δαίμονες και να επουλώσει τα τραύματα της ψυχής του. Απ’ τον  πραγματικό κόσμο δραπέτευσε νιώθοντας τραγικά ανεπαρκής («overmatched»): απέτυχε να σώσει τον Moss, ο Chigurgh κυκλοφορεί πάντα εκεί έξω ανενόχλητος. Τα πράγματα αποκτούν νόημα μόνο στα όνειρά του πλέον, όνειρα που δεν είναι παρά προβολή απώλειας, φόβου και αγωνίας…

Αν στην αμέσως προηγούμενη σκηνή εμφανίζεται δωρικός, με χαρακτηριστικό αυτοέλεγχο, γενναιόδωρος απέναντι στο συνάδελφό του, εδώ έχουμε ρεσιτάλ υποκριτικής από έναν μεγάλο ηθοποιό, στην ωριμότητά του. Μια σκηνή λιγότερο εύκολη απ’ ότι δείχνει η πρώτη επιπόλαιη «ανάγνωση», με 2 λεπτά πρόζα διήγησης ονείρου στο 1,5 εκ των οποίων ο φακός μένει καρφωμένος στο πρόσωπό του (και τον δείκτη του ρολογιού, δηλαδή το πέρασμα του χρόνου, ολοένα πιο αγχωτικό, στο ηχητικό φόντο)…

Αποφεύγοντας τον μελοδραματισμό, η ερμηνεία του T.L. Jones θα αποτυπώσει με χαρακτηριστική άνεση την εικόνα ενός ανθρώπου μόνου, ανασφαλούς, απροστάτευτου, χωρίς πυξίδα καθώς βαδίζει προς στο τέλος της ζωής του: Σε όλο αυτό το σκοτάδι, όλο αυτό το κρύο, όλη αυτή την ερημιά … «ήξερα ότι όποτε κι αν έφτανα, θα ήταν εκεί.». Προσφέροντάς του ασφάλεια, καθοδήγηση, τη ζεστασιά της φωτιάς. Η ταινία ξαναβρίσκει το νήμα με τη νοσταλγική αναπόληση του παρελθόντος της εισαγωγής, μόνο που τώρα το όνειρο συνοψίζει την οριστική απώλεια σε έναν κόσμο εφιαλτικό. Πόνος, αγωνία, υπαρξιακό αδιέξοδο, αλλά και αξιοπρέπεια, αβίαστη συγκίνηση. Οι Coen δεν έχουν τη παραμικρή επιφύλαξη να «επενδύσουν» στο ρυτιδιασμένο, εκφραστικό πρόσωπο του ηθοποιού –που σφραγίζει την τελευταία εντύπωση του θεατή…

«Blood Trails»

Iδιοφυές καταληκτικό σχόλιο, μουσική αυλαία στο «No Country for Old Men», πιθανότατα την πιο πεσιμιστική δουλειά των brothers: «Blood Trails» από τον Carter Burwell…

Αντί Επιλόγου…

Υπερεκτιμημένος ή όχι, ο Cormac McCarthy είναι συγγραφέας με τεράστια αναγνωρισιμότητα και αποδοχή στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αυτό δε που γοητεύει πολλούς στη δουλειά του, πέρα από τον φορμαλισμό του, την οικοδόμηση ενός ιδιαίτερου ύφους, είναι η αναζήτηση και απεικόνιση της αλήθειας των πραγμάτων: της σκοτεινής πλευράς της ανθρώπινης φύσης, της αποξένωσης, της δυσαρμονίας ατόμου – κοινωνικού περιβάλλοντος, της απώλειας της ηθικής ταυτότητας και της αναπόφευκτης εκτροπής του κόσμου σε μονοπάτια αυτοκαταστροφικά. Το βλέμμα του θα την αναδείξει χωρίς εξωραϊσμούς, αφτιασίδωτη, ωμή, πολλές φορές με τρόπο σοκαριστικό (άσχετα αν, κατά τη γνώμη μου, συχνά καραδοκεί η αίσθηση του προσχηματικού και της επιτήδευσης), ενώ συμβάσεις και μυθολογίες (όπως του παλιού West) θα κονιορτοποιηθούν αμείλικτα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το στοιχείο αυτό ενδιέφερε τους Coen, όπως τους ενδιέφερε η πρόκληση σκιαγράφησης χαρακτήρων μέσα από τη δράση τους, με την ελάχιστη δυνατή χρήση πρόζας (κάτι που αρχικά «τρομοκράτησε» κάποιους ηθοποιούς, όπως τον Josh Brolin).

Και φυσικά τους ενδιέφερε σφόδρα η συνειδητή παραβίαση στερεότυπων αφηγηματικών μοτίβων – νορμών. Επί παραδείγματι, η αναμενόμενη κλιμάκωση, η κορύφωση του δράματος, δεν συμβαίνει ποτέ, απεναντίας υπονομεύεται: όπως στο μυθιστόρημα, έτσι και στη ταινία, είμαστε απόντες τη στιγμή του θανάτου του Moss, μαθαίνουμε το γεγονός καθώς η κάμερα (παρ)ακολουθεί τον σερίφη Bell να φτάνει οριακά αργοπορημένος στο σημείο της συμπλοκής. Μαθαίνω ότι μέρος της κριτικής, αλλά και της κινηματογραφόφιλης κοινής γνώμης, «ξενέρωσε» (ας μου επιτραπεί ο όρος) με τον εν λόγω χειρισμό, που θεωρήθηκε υποβάθμιση της πλοκής του έργου: ένας πρωταγωνιστικός χαρακτήρας «δικαιούνταν» μια … αξιοπρεπή σκηνή θανάτου. Έτσι έχουμε γαλουχηθεί ως θεατές, η αλήθεια είναι, ωστόσο, ότι η ίδια η πραγματικότητα είναι συχνά «ξενέρωτη», άχρωμη, άμορφη. Και τα πράγματα εξελίσσονται χωρίς το στυλιζάρισμα ενός δραματουργού, άτονα, άδοξα, «στεγνά». Απλά συμβαίνουν. Από την άλλη, η προσέγγιση που υιοθετείται (με τον Ed Tom να μην προλαβαίνει να αφήσει το στίγμα του στην ιστορία, χωρίς ρόλο τελικά στην εξέλιξη των πραγμάτων) υπογραμμίζει την αποτυχία του σερίφη (από τους σταθερούς άξονες, τόσο του μυθιστορήματος όσο και της ταινίας), ενώ στο ίδιο συμβάλλει η απουσία σύγκρουσης μεταξύ σερίφη – Chigurgh, το φιλμ συνειδητά δεν παρέχει αυτή τη δυνατότητα. Οι ευκολίες των αφηγηματικών συμβάσεων (του παραδοσιακού Western αλλά όχι μόνο, πχ με τις τελικές αναμετρήσεις στο πλαίσιο των οποίων επιλύονται διαφορές και συγκρούσεις, αποκαθίστανται ισορροπίες κ.λπ.) με τις οποίες είναι εξοικειωμένος ο μέσος θεατής, δεν υπάρχουν στο «No Country for Old Men». Και το Καλό δεν θριαμβεύει, συντρίβεται. Ακόμα δε πιο «ενοχλητικό» είναι το γεγονός ότι ο υποτιθέμενος θετικός ήρωας, παρά την ηθική του συνείδηση και την κοινωνική και επαγγελματική ευθύνη που τον διακρίνει, ήδη από την εισαγωγή καθιστά σαφές ότι δεν επιδιώκει την αντιπαράθεση με την «άλλη πλευρά» (έναν κόσμο που δεν κατανοεί καν πια) –ενώ στο τέλος παραιτείται, «λιποτακτεί» από τη μάχη…

Κλιμάκωση υπάρχει, ωστόσο, αλλά είναι άλλου τύπου, σε «πνευματικό» – φιλοσοφικό επίπεδο. Η βασική πλοκή κλείνει, μεν, με τον θάνατο του Moss (το τελευταίο «αστυνομικό» ερώτημα σχετικά με την τύχη της βαλίτσας με τα χρήματα θα απαντηθεί με την επιστροφή του σερίφη στο δωμάτιο του φονικού, όπου θα αναμετρηθεί με τους φόβους του), αλλά η ταινία δεν ολοκληρώνεται εκεί. Ακολουθούν οι δύο πολύ δυνατές σκηνές που μόλις σχολιάσαμε, ενώ ενδιάμεσα παρεμβάλλεται αυτή της συνάντησης Chigurgh – Carla  Jean, η τελική «σύγκρουση» της ταινίας, κάθε άλλο παρά αναμενόμενη. Το μοντάζ εξασφαλίζει έναν σταθερά γρήγορο ρυθμό στην ανέλιξη της δράσης και έχει κανείς την αίσθηση ότι οι Coen … βιάζονται να φτάσουν στο φινάλε, όπου τα πράγματα αποκτούν άλλη υπόσταση. Ο στοχαστικός χαρακτήρας του τελευταίου μέρους, της τρίτης πράξης του φιλμ, φορτίζει και σημασιοδοτεί εντελώς απρόσμενα το προηγηθέν υλικό, ένα «αστυνομικό θρίλερ» ή, αν θες, η περιπέτεια (στο πλαίσιο ενός ιδιόρρυθμου, έστω, «action film») ενός ανθρώπου που επιδιώκει να «κάνει τη τύχη του» κόντρα σε θεούς και δαίμονες, ξαφνικά αποκτά άλλη διάσταση και βάρος. Και ο θεατής θα αντιληφθεί, με οδυνηρό τρόπο, αναγωγές για τις οποίες δεν ήταν προετοιμασμένος (όσο κι αν το φιλμ, ήδη από την εισαγωγή αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια, υποβάλει υπόγεια την αίσθηση της νομοτέλειας στην πορεία των πραγμάτων)…

Κάνοντας, λοιπόν, τον κύκλο της, η ταινία επιστρέφει στο πρόσωπο του σερίφη, υπογραμμίζοντας τη συντριβή του. Τη δική του και όσων εκπροσωπεί. Για να συνειδητοποιήσουμε πως ό,τι παρακολουθήσαμε μέχρι τώρα, δρώμενα και άνθρωποι (που συμμετέχουν ή δεν συμμετέχουν σ’ αυτά, αδιάφορο), αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας που έχει ξεκινήσει πολύ καιρό πριν. Μιας αυτοκαταστροφικής διαδικασίας, μη αναστρέψιμης. Στο έλεος ενός μηχανισμού παντοδύναμου, που γιγαντώνεται διαρκώς. Ενδιάμεσα, οι Coen θα χαρίσουν στο θεατή το παράδειγμα ενός απλού ανθρώπου που θα βρει τη δύναμη να ορίσει τη μοίρα του, επιλέγοντας τον τρόπο που θα πάψει να υπάρχει. Η Carla Jean δεν θα κάνει τη διαφορά, δεν θα αμφισβητήσει τη δύναμη του Chigurgh –αυτός ο στόχος την ξεπερνά, είναι καταδικασμένη. Θα υπονομεύσει, όμως, την αίσθηση του απόλυτου ελέγχου στα πράγματα που επιβάλει γύρω του, δεν θα ευνουχιστεί και θα αποχωρήσει διασώζοντας την αξιοπρέπειά της. Είναι η «ανάσα» ανθρωπιάς και ελευθερίας που θα διεκδικήσουν οι Coen απέναντι σε μια απελπιστική, «κατάμαυρη» πραγματικότητα –και η μοναδική νότα «αισιοδοξίας» της ταινίας. Έστω αν, ακόμα και αυτή,  υπονομεύεται αμέσως μετά, με τη «στυφή» γεύση που αφήνει στο θεατή η συμπεριφορά των παιδιών στο κλείσιμο της σκηνής του αυτοκινητιστικού ατυχήματος του Chigurgh…

Και φυσικά δεν αποτελεί έκπληξη η υιοθέτηση από τους κινηματογραφιστές του  ακραίου φαταλισμού του μυθιστορήματος: καλώς ή κακώς, οι Coen έτσι τοποθετούνται, είναι γνωστό αυτό σε όσους παρακολουθούν τη καλλιτεχνική τους διαδρομή. Ας πούμε ότι τουλάχιστον αποφεύγουν τον (για κάποιους έμμεσο, για άλλους απροκάλυπτο) ηθικο-πολιτικό συντηρητισμό του συγγραφέα, που, σε συνδυασμό με την αφόρητη ιδεολογία της παραίτησης, είναι αλήθεια ότι ώρες – ώρες ενοχλεί…

mv5bmtmynze0mtk3n15bml5banbnxkftztcwmzi1oty1mg-_v1_

Θα επαναλάβω ότι υπάρχουν σημεία στο φιλμ αν μη τι άλλο συζητήσιμα, σημεία που σχετίζονται με την οργάνωση και ανάπτυξη της μυθοπλασίας. Για κάποια από αυτά υπάρχει αναφορά στο κείμενο, δεν είναι, όμως, τα μοναδικά. Θα το επαναλάβω και … θα κλείσω το θέμα εδώ. Το κείμενο είναι ήδη μεγάλο, δεν θέλω να κουράσω (αν υπάρχει σχετικό ενδιαφέρον, πάντως, θα επανέλθω, το θεωρώ εξαιρετική άσκηση). Άλλωστε, δεν έχω καμία διάθεση να αποδομήσω τη ταινία, η όποια συζήτηση γίνεται με δεδομένο τον σεβασμό στη καλλιτεχνική δημιουργία. Απεναντίας, δεν έχω τη παραμικρή επιφύλαξη να επισημάνω ότι οι Coen έχουν κάνει γενικότερα πολύ σοβαρή δουλειά στη διασκευή του μυθιστορήματος (που από πολλούς κατατάσσεται στις σχετικά αδύνατες δουλειές του συγγραφέα). «It really is just compression. We didn’t create new situations.», φέρεται να έχει δηλώσει το μεγαλύτερο από τα δύο αδέρφια. Εξαιρετικά σεμνή και ταπεινή δήλωση, φυσικά δεν ισχύει. Καινούργιες καταστάσεις, μιλώντας κυριολεκτικά, μπορεί να μη δημιούργησαν, αλλαγές υπάρχουν, όμως, κάποιες σημαντικότατες, όπως υπάρχουν προσθήκες αλλά και σημεία (αρκετά) που έμειναν εκτός. Έχω ήδη αναφερθεί σε ενδεικτικές παρεμβάσεις τους στο κείμενο, εξυπακούεται ότι υπάρχουν κι άλλες. Παρεμβάσεις που δεν αφορούν μόνο γεγονότα, αλλά και χαρακτήρες. Η καλόκαρδη Loretta, επί παραδείγματι, σύζυγος του σερίφη, υποβαθμίζεται (προφανώς συνειδητά) ως πρόσωπο στο φιλμ διατηρώντας έναν μικρό μόνο ρόλο, επιλογή που φυσικά υπογραμμίζει περαιτέρω τη μοναξιά του ήρωα κ.ο.κ. Το έχω ήδη γράψει, το τελικό σενάριο είναι άρτια δομημένο, διαθέτει καλύτερη ισορροπία χαρακτήρων απ’ ότι το βιβλίο, έχει συνοχή και ξεκάθαρη στόχευση, αποφεύγοντας επιμελώς τη πολυδιάσπαση θεματικών και τον αφηγηματικό αποπροσανατολισμό.

Η παραγωγή είναι συνολικά άψογη και όλοι οι συντελεστές (κατά βάση σταθεροί συνεργάτες των Coen) ανταγωνιστικοί. Εκπληκτική η διεύθυνση φωτογραφίας του Roger Deakins (από τους καλύτερους στον κόσμο), πάντα με ακρίβεια στη χρήση των πηγών φωτός (εξαιρετικές οι υποφωτισμένες σκηνές στους δρόμους, τα νυχτερινά εσωτερικά, πχ στο σπίτι ή στο ξενοδοχείο, με το λιγοστό φως που αντανακλά από έξω, τα επίσης νυχτερινά στην έρημο με το φεγγαρόφωτο, τη σκηνή καταδίωξης στο πρώτο φως της καινούργιας μέρας κ.ά.). Άξια αναφοράς η καλλιτεχνική διεύθυνση, η επεξεργασία του ήχου, τα εφέ (πχ στον πρώτο φόνο του Chigurgh στο αστυνομικό τμήμα), το casting (μοναδική η ικανότητα των Coen να εντοπίζουν και αναδεικνύουν κοινές, συνηθισμένες φάτσες μέσων ανθρώπων), το μοντάζ κ.λπ.

Και φυσικά ο ρεαλισμός και η οικονομία της σκηνοθεσίας, με ένα ώριμο, λειτουργικό ντεκουπάζ (οι Coen έχουν κάνει τεράστια πρόοδο ως προς τον έλεγχο των κινηματογραφικών τους μέσων), άψογη διδασκαλία ηθοποιών (πολύ καλές ερμηνείες από όλους μα όλους ανεξαιρέτως, από τους πρωταγωνιστές μέχρι τον πιο μικρό ρόλο) και συνέπεια ύφους, που εμπνέεται από τον τόνο του μυθιστορήματος (κάποιοι μίλησαν για το «κινηματογραφικό ισοδύναμό του»).

Πέρα και πάνω από αυτά, ωστόσο, και στο πλαίσιο ενός συνολικά μάλλον άνισου body of work (το «Barton Fink» είναι ένα φιλμ που επίσης αγαπώ και θα άξιζε στη πορεία να ασχοληθούμε μαζί του), αυτό που γνωρίζω είναι τούτο: Το «No Country for Old Men» δεν έχει να προτείνει κάποια καινοτομία στην κινηματογραφική αισθητική, η γλώσσα που υιοθετεί χαρακτηρίζεται ως «κλασσική». Έργα τέχνης σαν κι αυτό, όμως, θα εκλαμβάνονται στο μέλλον ως αυθεντικές πολιτισμικές μαρτυρίες της αγωνίας, στο ξεκίνημα της τρίτης χιλιετίας, για έναν κόσμο που βαδίζει (αν όχι τρέχει με λυμένα τα φρένα) προς τη καταστροφή…

293

ΥΓ. Τα αποσπάσματα σε εισαγωγικά / italics από το βιβλίο «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» του Cormac McCarthy, εκδ. Καστανιώτη (σε μετάφραση Αύγουστου Κορτώ).

Σκηνοθεσία: Joel & Ethan Coen

Παραγωγή: Scott Rudin, Ethan Coen, Joel Coen

Σενάριο: Joel & Ethan Coen

(βασισμένο στο «No Country for Old Men» του Cormac McCarthy)

Δ/νση Φωτογραφίας: Roger Deakins

Μουσική: Carter Burwell

Μοντάζ: Ethan & Joel Coen (με το ψευδώνυμο Roderick Jaynes)

Casting: Ellen Chenoweth

Σχεδιασμός Παραγωγής: Jess Gonchor

Καλλιτεχνική Δ/νση: John P. Goldsmith

Ντεκόρ: Nancy Haigh

Κοστούμια: Mary Zophres

Διανομή: Tommy Lee Jones

Javier Bardem

Josh Brolin

Woody Harrelson

Kelly Macdonald

Garret Dillahunt

Tess Harper

Barry Corbin

Stephen Root

Rodger Boyce

Beth Grant

Ana Reeder

Kit Gwin

Zach Hopkins

Chip Love

Eduardo Antonio Garcia

Gene Jones

 

Σχολιάστε το άρθρο

  • Μαριάννα Καραβασίλη

    Το άρθρο σας έγινε η αφορμή να δω ( και να εκτιμήσω) μια ταινία που ηθελημένα είχα απορρίψει.

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.