Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Συνέντευξη με την κ. Αθηνά Κακούρη

Η συγγραφέας Αθηνά Κακούρη είναι γνωστή για την επιμέλεια με την οποία μελετά τη νεότερη ελληνική ιστορία, μεταφέροντας γνωστές και άγνωστες σελίδες της σε καλογραμμένα μυθιστορήματα που, παρά τον συχνά μεγάλο τους όγκο, διαβάζονται κάθε φορά με ευχαρίστηση από τους πολλούς πιστούς αναγνώστες της.  Το ιστορικό μυθιστόρημα δεν είναι το μόνο είδος στο οποίο έχει επιδοθεί με επιτυχία η Αθηνά Κακούρη. Έχει γράψει επίσης και αρκετά αστυνομικά.

Ανάμεσα στα πιο γνωστά της έργα συμπεριλαμβάνονται τα Πριμαρόλια, Ο Χαρταετός, η Θέκλη και το πιο πρόσφατο Ξιφίρ Φαλέρ.

Η Αθηνά Κακούρη με καταγωγή από την Κεφαλλονιά γεννήθηκε το 1928 στην Πάτρα όπου και μεγάλωσε. Πέρασε τον πόλεμο και την Κατοχή στην Αθήνα ενώ έζησε για ένα διάστημα στη Βιέννη.  Για την ενασχόλησή της με τη συγγραφή και τη μετάφραση, η Αθηνά Κακούρη έχει τιμηθεί με αρκετά βραβεία. Παράλληλα, όμως, έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος του χρόνου της και στα κοινά, τόσο στο Σώμα Ελληνίδων Οδηγών όσο και στην Εταιρεία Προστασίας Σπαστικών και στην Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία.

Είναι τιμή για τη σύνταξη του People & Ideas η ενδιαφέρουσα συνέντευξη που μας παραχώρησε η κυρία Αθηνά Κακούρη με αφορμή την πρώτη εμφάνισή μας στο διαδίκτυο.

Ποιά  θεωρείτε πως είναι  η αποστολή κάθε αυθεντικού συγγραφέα, «η αναζήτηση των δικών του λέξεων για να πει τον κόσμο»;

-Υποθέτω ότι η απάντηση θα είναι για τον καθένα διαφορετική. Εγώ καθήκον μου θεωρώ στα μεν αστυνομικά να διασκεδάσω τον αναγνώστη μου, στα δε ιστορικά να τον ξεναγήσω με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και ζωντάνια στο πρόσφατο παρελθόν μας. Η καλή γνώση της Ιστορίας είναι απαραίτητη για την καλή λειτουργία μας ως ανθρώπων με μυαλό και ως υπεύθυνων πολιτών. Επομένως δεν θέλω να πω τον κόσμο. Θέλω να βοηθήσω να μας γίνει κατανοητός.

Τι  ήταν πιο δύσκολο να αντιμετωπίσετε: το ξεκίνημα της καριέρας σας ή το να συνεχίζετε να γράφετε;

-Οι δυσκολίες είναι διαφορετικές σε κάθε περίπτωση και άρα δεν είναι συγκρίσιμες.  Η  πρώτη δυσκολία είναι, νομίζω, να  βρείς εκδότη, να αποκτήσεις όνομα και κάποιο σταθερό κοινό. Όταν, αργότερα, τα αποκτήσεις αυτά, κινδυνεύεις  να πιστέψεις πως έφθασες στήν κορυφή. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις συγγραφέων που εντυπωσίασαν  με ένα καλό πρώτο βιβλίο, και μετά δεν απέδωσαν πια τίποτα!  Η επιτυχία τους κατέστρεψε.

Στις πρώτες σου προσπάθειες είναι το μυαλό σου πιο φρέσκο και επινοητικό. Αργότερα έχει συσσωρευμένη πείρα, αλλά και λιγότερο σφρίγος. Ο πρωτάρης ελπίζει.

Η επιτυχία του δόκιμου συγγραφέα έχει μιά δόση απογοήτευσης; έχεις μεν βρεί εκδότες και ορισμένους τρόπους να εκφράζεσαι, αλλά έχεις διαπιστώσει και τα όρια του ταλέντου σου- ξέρεις πια πως ούτε Ντοστογιέφσκι, ούτε Ντίκενς ούτε Μπαλζάκ θα γίνεις ποτέ…

Εν τούτοις αυτό δεν θα σε καταβάλει αν είσαι εφοδιασμένος με καμπόσο χιούμορ και ακόμη περισσότερη ταπεινοφροσύνη.

Ποιος  είναι ο μεγαλύτερος σας φόβος όταν  ξεκινάτε ένα βιβλίο και πώς τον αντιμετωπίζετε;

-Ξεκινάω ένα  βιβλίο γιατί θέλω να οδηγήσω τον αναγνώστη μου σε μια συγκεκριμένη στιγμή της πρόσφατης Ιστορίας μας. Δεν ξεκινώ επομένως με φόβο, αλλά με ελπίδα και με απόφαση για πολλή δουλειά.

Το πρώτο  που με απασχολεί είναι, φυσικά, το πώς θα επιτύχω τον σκοπό μου. Το πρώτο είναι να ξεκαθαρίσω στο δικό μου το μυαλό τι θέλω να πω με το μυθιστόρημά μου. Όταν γίνει αυτό, πρέπει να διαλέξω ποια είναι τα πρόσωπα που χρειάζεται να σχεδιάσω; Ποιες συναισθηματικές σχέσεις θα διαμορφωθούν μεταξύ τους; Τι πρέπει να περιέχει η πλοκή; Πώς θα κορυφώνεται; Από πού θ’αρχίσω και πώς θα τελειώσω; … Αυτού του είδους τα προβλήματα -και είναι πάμπολλα- λύνονται ένα ένα, με περισσότερο ή λιγότερο ικανοποιητικό τρόπο.

Καθώς η δουλειά προχωρεί, διαπιστώνω κάθε λίγο ότι έχω κενά γνώσεων – πώς ακριβώς ήταν τα καπέλλα των γυναικών το 1917; Πού βρισκόταν το σπίτι του Ιταλού πρέσβυ στην Αθήνα; Ποιός πρωθυπουργός ψήφισε την παρακράτηση της σταφίδας; Πώς μιλούσε ένας στρατιωτικός το 1912; Τι σερβιριζόταν σε μια αθηναϊκή βεγγέρα το 1870; Άπειρα είναι τα μικροπράγματα που μου χρειάζονται για να στήσω το σκηνικό μου με πιστότητα. Κάθε λίγο λοιπόν βλέπω πως κάτι δεν ξέρω και καταπιάνομαι να το μάθω.

Όταν έχει ολοκληρωθεί η προσπάθεια, όταν δηλαδή το μυθιστόρημα έχει τελειώσει, τότε είναι που έρχονται οι φόβοι – αμφιβολίες θα τις έλεγα εγώ: απέδωσα όσα μπορούσα; Και αυτό που μπορούσα (το οποίον, φεύ! γνωρίζω πως δεν είναι το τέλειον) είναι τουλάχιστον ικανοποιητικό; Πόσο πλησίασα στο ιδεώδες μου, που είναι ένα βιβλίο τόσο δυνατό ώστε να καρφωθεί στο νου και να ταράξει την καρδιά του αναγνώστη, όπως το κάνουν τα πραγματικά μεγάλα μυθιστορήματα.

Πολλοί  υποφέρουν από  το σύνδρομο της  λευκής σελίδας.  Από πού αντλείτε  έμπνευση και πως  την καλλιεργείτε;

-Η λευκή σελίδα σε παραλύει μόνον όταν δεν ξέρεις τι ακριβώς θέλεις να πεις.

Όταν το ξέρεις, τότε κάθεσαι και δοκιμάζεις να βρείς το π ώ ς  θα το πεις. Οι δοκιμές μπορεί να είναι πάμπολλες και οι αποτυχίες άλλες τόσες.

Η έμπνευση είναι πράγμα ανύπαρκτο, κατά τη γνώμη μου. Δουλεύεις και ξαναδουλεύεις και ξαναδουλεύεις, και διαβάζεις, ξαναδιαβάζεις και ξαναδιαβάζεις τους μεγάλους συγγραφείς. Και γράφεις και πετάς. Το καλάθι των αχρήστων είναι ο καλύτερος φίλος σου.

Όταν  έχετε μια ιδέα  για ένα καινούριο  βιβλίο, ξεκινάτε  με την έρευνα  και πού γίνεται  αυτή; Πόσο χρόνο  σας παίρνει συνήθως  η προετοιμασία  και πόσο η εκτέλεση  του σχεδίου; Ή  δεν υπάρχουν κανόνες και συνταγές;

-Στην δική μου περίπτωση, αφετηρία είναι η περιέργεια για κάποιο γεγονός: Τι ακριβώς ήταν το σταφιδικόν ζήτημα; Γιατί ο Ίων Δραγούμης επέκρινε τους χειρισμούς του Βενιζέλου στους Βαλκανικούς πολέμους; Τι έγινε στα Λαυρεωτικά; Πώς καταντήσαμε στον Διχασμό; Αρχίζω με το να διαβάζω. Με τα χρόνια έχω αναπτύξει ένα σύστημα: Διαβάζω μεν Ιστορικές μελέτες που έχουν γραφεί μεταγενεστέρως, αλλά διαβάζω πολύ περισσότερο τα όσα γράφονταν εκείνη την εποχή, και σ’αυτό βοηθούν πολύ οι εφημερίδες. Ξέρω, βεβαίως, ότι οι απόψεις που αναπτύσσονται εκεί πάσχουν από προκαταλήψεις, ότι η κάθε εφημερίδα είχε τή δική της γραμμή, εξυπηρετούσε συμφέροντα ή ιδεοληψίες, και σε ακραίες περιπτώσεις, όπως στα 1915- 1917 ήταν εξαγορασμένη από κεφάλαια ξένων δυνάμεων. Γνωρίζω επίσης ότι σε ορισμένες εποχές, όπως πχ. μεταξύ 1917 και 1920, υπήρχε αυστηρότατη λογοκρισία, με βαρειές ποινές προστίμων και φυλακίσεων. Αυτά όλα πρέπει να τα λάβω υπ΄όψιν μου όταν αποδελτιώνω εφημερίδες, και να αναπληρώσω τα κενά από άλλες πηγές. Κι αυτές δεν λείπουν: υπάρχουν Ημερολόγια. Υπάρχει δημοσιευμένη Αλληλογραφία. Υπάρχουν προσωπικά αρχεία. Όλα αυτά πρέπει να τα αναζητήσω και να τα ερευνήσω.

Αυτή η εργασία κρατά…Όσο κρατήσει! Δηλαδή αν δεν έχω εξαντλήσει τις προσιτές σε μένα πηγές δεν θα ξεκινήσω να γράφω το μυθιστόρημα, διότι δεν θα έχω εγώ η ίδια την βεβαιότητα ότι καταλαβαίνω το τι συνέβη τότε.

Καμιά φορά η έρευνα για ένα βιβλίο βοηθά την έρευνα για ένα άλλο – τα όσα έμαθα για τους Βαλκανικούς Πολέμους προκειμένου να γράψω τη «Θέκλη» προετοίμασαν πολλή από τη δουλειά που χρειάστηκα για το «Ξιφίρ Φαλέρ» . Και τώρα, για το επόμενο μυθιστόρημα, που θα είναι κατά κάποιον τρόπον η συνέχεια των δυό προηγουμένων, δεν χρειάζεται να ξεκινήσω απ΄την αρχή: έχω ήδη μελετήσει και αποδελτιώσει πολλά. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, συντομεύει τόν χρόνο προετοιμασίας.

Εν τούτοις, χοντρικά, μπορώ να πω ότι τα μυθιστορήματά  μου κυκλοφορούν κατά διαλείματα τεσσάρων με πέντε χρόνων.

Ποιο είναι το δικό σας δωμάτιο; Πού συγκεντρώνεστε για να γράψετε;

– Έχω πράγματι ένα δωμάτιο οπού εργάζομαι. Νομίζω πως μού χρειάζεται η απομόνωση για να συγκεντρώνω τό μυαλό μου. Συγχρόνως υποψιάζομαι πως το πού δουλεύεις και πόσο συγκεντρώνεσαι είναι ζήτημα αυτοπειθαρχίας – υπέροχοι συγγραφείς προτιμούσαν πολύβουους χώρους όπως π.χ. τά καφενεία, για να γράψουν, και ακόμη κι εγώ, την εποχή που εργαζόμουν στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» είχα μάθει να γράφω, παρά τη φασαρία που γινόταν γύρω μου και τις πολλές, συναρπαστικές κουβέντες των συναδέλφων μου.

Αλλά για τo είδος του μυθιστορήματος που  γράφω εγώ, χρειάζομαι διαρκώς βοηθήματα: αναγκάζομαι κάθε λίγο να ανατρέξω σε κάποιο βιβλίο για να διασταυρώσω κάτι, να βεβαιωθώ ότι η μνήμη μου το έχει συγκρατήσει σωστά, να ξαναθυμηθώ έναν διάλογο, μια ημερομηνία, την ανάπτυξη μιας ιδέας, την περιγραφή ενός τοπίου ή ενός επεισοδίου…

Και επίσης έχω διαρκώς στα χέρια μου διάφορα λεξικά, και  ιδίως τό Αντιλεξικό του Βοσταντζόγλου, τους 15 τόμους τού Μεγάλου Λεξικού του Δημητράκου.

Συχνά έχω  στον τοίχο κάποιο χάρτη – των  Βαλκανίων για την «Θέκλη», των Πατρών για τα «Πριμαρόλια»,- ή κάτι άλλο σχετικό με την εποχή που με απασχολεί. Γράφω ακούγοντας μουσική.

Όλα αυτά δεν μπορώ, βεβαίως, να τα κουβαλώ δεξιά κι αριστερά. Επομένως   χαίρομαι πολύ που μπορώ να έχω τη γωνιά μου στο σπίτι μου, με όλα μου τά βοηθήματα πρόχειρα, με την πολυθρόνα μου για άνετο διάβασμα, τό τραπέζι του υπολογιστή μου και με πολύ φώς από την μπαλκονόπορτα. Το αστείο είναι ότι κανένας από τους διάφορους φωτογράφους που έχουν έρθει σπίτι, δεν θέλησε να τραβήξει έστω και μία πόζα εκεί μέσα! Φαίνεται ότι το στενό αυτό δωμάτιο δεν το βρίσκουν αρκετά μεγαλοπρεπές.

-Υπάρχει  ένας πρώτος αναγνώστης  για σας, κάποιο  φιλικό ή συγγενικό  σας πρόσωπο που  σας λέει ότι  προχωράτε προς τη σωστή κατεύθυνση ή δεν δείχνετε τα γραπτά σας σε κανέναν πριν ολοκληρωθούν;

-Αρχίζω και  τελειώνω μόνη μου. Πολλές φορές, ρωτώ ειδικούς: για τά «Πριμαρόλια» συζήτησα πάλι και πάλι με παλαιούς σταφιδεμπόρους και για την ίδια την πόλη, τα κτίρια και τη ζωή της, με τούς δυό αξέχαστους ειδικούς μελετητάς της, τον Κ. Τριανταφύλλου και τον Ν. Πολίτη. Έχω συμβουλευτεί νομικούς και ιστορικούς και ιστορικούς της πολεοδομίας,  και οικονομολόγους, και διάφορους άλλους ειδικούς, προσπαθώντας να αποφύγω τα πραγματολογικά λάθη.

Για το ίδιο το μυθιστόρημα όμως, η μοναξιά είναι απόλυτη.

Ενδέχεται  καμία φορά να συζητήσω κάποιο πρόβλημα της πλοκής, αλλά δίχως σπουδαία αποτελέσματα. Σ’αυτό φταίω εγώ – μου είναι αδύνατον να δώσω στον συνομιλητή μου όλες τις πληροφορίες που θα χρειαζόταν, προκειμένου να με συμβουλεύσει.

Υπάρχει και  κάτι άλλο: Όλα μου τά μυθιστορήματα παρουσιάζουν μιά πλευρά αιρετική, μιά άλλη και αντίθετη της καθιερωμένης ανάγνωση των γεγονότων. Αυτό γίνεται είτε διότι η ερευνά μου με οδήγησε όχι στην γενικώς αποδεκτή αλλά σε μιαν διαφορετική, είτε ίσως διότι μόνον εκεί όπου βρήκα κάτι ανατρεπτικό, κάτι που ερχόταν σε σύγκρουση με τά παγιωμένα, εκεί λοιπόν μόνον στάθηκε ο νούς μου και θέλησα να πω στούς αναγνώστες μου: Δείτε κι αυτην την άποψη!. Δεν σάς φαίνεται αυτή πιό λογική; Δεν εξηγεί καλύτερα τά γεγονότα; Δεν ανοίγει μεγαλύτερους ορίζοντες;

Αυτό έχει για μένα μεγάλο ενδιαφέρον και το βρίσκω πολύ πιό χρήσιμο απ’το να ξαναλέω πράγματα ειπωμένα χίλιες φορές.

Έχει όμως αυτό και ορισμένους κινδύνους. Κατά κανόνα οι υπερασπισταί της πεπατημένης είναι ισχυροί. Οι ανατροπές δεν τους αρέσουν. Προτιμούν να ακούν τη δική τους φωνή, τους καθησυχάζει να μην υπάρχουν αντιρρήσεις και ο αντιρρησίας τους θυμώνει.

Οι άνθρωποι που με αγαπούν λοιπόν, και στο λογοτεχνικό αισθητήριο των οποίων έχω εμπιστοσύνη, αντί να επικεντρωθούν στις ενδεχόμενες λογοτεχνικές αδυναμίες, δεν  βλέπουν παρά τους κινδύνους στους οποίους θα εκτεθώ – και μάλιστα τους μεγαλοποιούν εξ’ αιτίας της αγάπης τους. Υπήρξαν περιπτώσεις που προσπάθησαν να με αποτρέψουν. Διδάχθηκα ότι είναι πολύ καλύτερο να μην ερωτώνται.

Ποιά  είναι η πιο  σημαντική στιγμή  στην προσπάθειά  σας; Όταν γράφετε  οριστικά και αμετάκλητα  τη λέξη Τέλος  στο χειρόγραφο  και το παραδίδετε  στον εκδότη σας  ή όταν το παίρνετε για πρώτη φορά έτοιμο, τυπωμένο στα χέρια σας;

-Ανάμεσα στη στιγμή που γράφεις την τελευταία σου λέξη και τη στιγμή που παίρνεις το πρώτο αντίτυπο από τόν εκδότη σου, μεσολαβούν κάτι φοβεροί μήνες, οπού γίνονται οι τυπογραφικές διορθώσεις. Και λέω ότι είναι φοβεροί γιατί αναγκάζεσαι να διαβάσεις και να ξαναδιαβάσεις τό βιβλίο σου, κι εκεί απάνω θα του βρείς χιλιάδες αδυναμίες,  τις οποίες μόνον αν το έκανες εξ αρχής φύλλο φτερό θα μπορούσες ίσως να απαλείψεις, χωρίς να είσαι καθόλου βέβαιος ότι σ΄αυτήν τήν διαδικασία δεν θα του δημιουργούσες άλλες αδυναμίες.

Τώρα, μέσα σ’όλη αυτήν τήν προσπάθεια, απ’ όταν γράψεις τήν πρώτη λέξη μέχρι που θα πάρεις τό βιβλίο σου τυπωμένο, δεν ξέρω καθόλου ποια είναι η πιό σημαντική στιγμή. Ξέρω μόνον οτι η πιό καθησυχαστική είναι όταν μετά από μήνες, ή και χρόνια, ακούς κάποιον να σου μιλά για τό βιβλίο σου και αντιλαμβάνεσαι ότι πράγματι έχει ζήσει μέσα στην εποχή που κατάφερες να ζωντανέψεις.

Τις ερωτήσεις συνέταξαν οι Λητώ Σεïζάνη και Φαίδρα Σίμιτσεκ

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.