Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Μεγάλη Ελλάδα-η Ιταλία που αγάπησα

Στη Σικελία πήγα μια μόνο φορά στη ζωή μου. Με ένα Simca του 1979 που παρέπαιε, με τον Χρήστο και τον Νικόλα τον –τότε- τριών ετών γιο μας. Με την αυτοπεποίθηση που σου δίνει η άγνοια. Με τα αγγλικά μας που θεωρούσαμε πως ήταν αρκετά για να συνεννοηθούμε με τους Σικελούς. Χωρίς κάν ένα χάρτη. Χωρίς ούτε μια πληροφορία απ’ το σχεδόν ανύπαρκτο τότε internet.

Και βρεθήκαμε σ’ έναν τόπο άγριο κι όμορφο. Όπου κανείς δε μίλαγε αγγλικά. Όπου μάθαμε τα πρώτα μας ιταλικά από ένα λεξικό τσέπης (αγορασμένο εκεί) γιατί δεν γινόταν αλλιώς. Όπου οι καραμπινιέροι μας σταματούσαν κάθε τόσο για να ελέγξουνε “passaporti e bagagli” .

Έναν τόπο όπου μαντηλοφορούσες γιαγιάδες που σκούπιζαν τ’ απογεύματα τις αυλές τους, μας καλούσαν μέσα στα σπίτια τους να μας κεράσουν με μόνο μέσο συνεννόησης το χαμόγελο. Έναν τόπο όπου ηλικιωμένοι Σικελοί με τραγιάσκες έκαναν ωτοστόπ για να πάνε στο διπλανό χωριό, κι όχι μόνο δε δίσταζαν να μπούνε σ’ ένα αμάξι με ξένους, μα έπιαναν και συζήτηση ώς το τέλος της διαδρομής (έστω κι αν κανείς δε γνώριζε τη γλώσσα του άλλου…)

Περπατήσαμε στα στενά σοκάκια της Ταορμίνας, σταθήκαμε με τις ώρες κάτω απ’ την Αίτνα που κάπνιζε, βρεθήκαμε σε ψαροχώρια που δεν διέφεραν απ’ το γαλάζιο και λευκό των ελληνικών νησιών. Είδαμε πολύχρωμες βάρκες, σαν να ‘ταν στο Αιγαίο και πεντακοσαράκια Fiat όπου κι αν έπεφτε το μάτι μας. Φάγαμε φραγκόσυκα και μασήσαμε γλυκόριζα που φύτρωναν στις άκρες των δρόμων και πήγαμε κι εμείς μαζί μ’ όλο το υπόλοιπο χωρίο στην εκκλησία για τον εσπερινό. Είδαμε λίγα, ελάχιστα απ’ αυτά που έχει να δείξει η Σικελία. Κι έπειτα γυρίσαμε πίσω, με τη γλυκόπικρη αίσθηση ότι αφήσαμε πίσω έναν τόπο οικείο, έναν τόπο που θα θέλαμε να τον ζήσουμε και να τον γνωρίσουμε περισσότερο.

Χρόνια μετά, γνώρισα τον Αντρέα Καμιλλέρι, από το Porto Empedocle, το «Λιμάνι του Εμπεδοκλή», στο Agrigento, τον Ακράγαντα της Σικελίας. Όχι προσωπικά, μα μέσα απ’ τα βιβλία του. Κι ο Καμιλλέρι, ως βέρος Σικελός, ήξερε να μου δείξει με την πένα του όλα όσα δεν είχα προφτάσει να δω, και να με κάνει να ξαναθυμηθώ με νοσταλγία αυτόν τον άγριο τόπο που τόσο λίγο γνώρισα.

Κι όχι μόνο. Μ’ έβαλε ο Καμιλλέρι να μάθω ιταλικά για να μπορώ να διαβάζω τα βιβλία του όπως ακριβώς τα έχει γράψει. Φίλοι από την Ιταλία, μα και η ίδια η δασκάλα μου των ιταλικών μου έλεγε πως η γλώσσα του ήταν δύσκολη, γιατί δεν ήταν η ιταλική, αλλά το σικελικό ιδίωμα. Εγώ όμως επέμενα, και όταν πια είχα αποκτήσει μια βασική γνώση της γλώσσας, πήρα στα χέρια μου, σχεδόν με συγκίνηση, το πρώτο μου αμετάφραστο βιβλίο του Καμιλλέρι. Και τότε, τι έκπληξη! Η γλώσσα του τελικά αποδείχτηκε αρκετά εύκολη για μένα να την καταλάβω. Εκφράσεις, παροιμίες, ήταν ίδιες όπως και στα ελληνικά. Πολλές, στην πραγματικότητα πάρα πολλές λέξεις ήταν παραφρασμένα ελληνικά κι όχι ιταλικά. Και μάλιστα ελληνικά όμορφα, με νόημα και ουσία, όχι τα κακοπαθημένα και ταλαίπωρα ελληνικά που συνηθίζουμε να μιλάμε και ν’ ακούμε οι περισσότεροι στις μέρες μας. Η χαρά μου ήταν μεγάλη, όχι λόγω εθνικής υπερηφάνειας για το ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν, αλλά γιατί κάποιοι άνθρωποι εκεί κάτω, τόσο μακριά και τόσους αιώνες μετά, κρατούσαν ακόμα στοιχεία της γλώσσας που οι μακρινοί τους πρόγονοι μιλούσαν. Διάβασα όλα σχεδόν τα βιβλία του Καμιλλέρι αμετάφραστα. Και γνώρισα τη Σικελία μέσα απ’ τα μάτια του και την αγάπη του γ’ αυτήν. Και την αγάπησα κι εγώ όπως κι αυτός… Η Βιγκάτα, η πόλη που έπλασε ο Καμιλλέρι για να ζήσει ένας από τους ήρωές του, ο Σάλβο Μονταλμπάνο , αν και πόλη ανύπαρκτη, κρύβει μέσα της όλη την ομορφιά, τα αρώματα και την θαλασσινή αρμύρα της Σικελίας.

Από εκείνη, την πρώτη φορά, ταξίδεψα κάμποσες φορές στην Κάτω Ιταλία, αυτή που λένε και «Μεγάλη Ελλάδα». Πέρασα από πόλεις με ονόματα οικεία: το Οτράντο, τη Γκαλίπολη, τη Γκαλατίνα, τον Τάραντα, το Οστούνι, το Μεταπόντο… Είδα στο Lecce, τη Φλωρεντία του Νότου, ακορντεονίστες να παίζουν ταραντέλλες στους δρόμους και περαστικούς να σταματάνε και να χορεύουν. Περιπλανήθηκα στα υγρά σοκάκια της Cosenza, και τα sassi -τα βραχόσπιτα της Ματέρας- «ντροπή της Ιταλίας» μέχρι πριν λίγες δεκαετίες και τώρα μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco.

Στο τελευταίο μου ταξίδι στο Μezzogiorno, την Ιταλία του Νότου, επισκέφτηκα τη μικρή πόλη που φέρει το όνομα «Καλημέρα» κι ένα μεγάλο «Καλώς ήρθατε» γραμμένο στα «γρεικά» στην είσοδο της. Η Καλημέρα βρίσκεται στο Σαλέντο ή αλλιώς Grecia Salentina, στο τακούνι της Ιταλικής μπότας. Στο πάρκο της πόλης, σε περίοπτη θέση, βρίσκεται μια αρχαιοελληνική στήλη, που ο δήμαρχος της Καλημέρας –εν έτει 1957- Giannino Aprile είχε ζητήσει με μια επιστολή του στον τότε δήμαρχο Αθηνών να στείλει στην Καλημέρα, ως υπενθύμιση της ελληνικής καταγωγής των κατοίκων της, ως ένα δώρο από την προγονική γη. Και κάτω από τη στήλη, είναι γραμμένο στα ιταλικά και στα γρεικά το εξής: «Ξένη, εσύ, δεν είσαι εδώ στην Καλημέρα». Έκλαψα όταν το είδα και δακρύζω όποτε το θυμάμαι. Όχι από εθνική-νεοελληνική υπερηφάνεια για την καταγωγή μου –γύρευε άλλωστε από πού κρατάει και μένα η σκούφια μου-, αλλά από σεβασμό γι’ αυτούς τους ανθρώπους που ζουν εκεί, κι επέλεξαν να θυμούνται με περηφάνια την καταγωγή τους απ’ τους αρχαίους προγόνους τους, και να την τιμούν με τον τρόπο που κάποιος τιμά αυτό που αγαπάει, κι όχι από υποχρέωση…

 

Η Χρυσάνθη Πρωτοψάλτου έχει γράψει παιδικά βιβλία που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Modern Times. Είναι «Ο μικρός γαλάζιος δράκος» (2008), «Η καμηλοπάρδαλη με τις εφτά ουρές» (2009), «Η μάγισσα Κρεμμυδομπιζέλω και οι Καροτίνοι»(2010)

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.