Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Ένα δώρο για τους αναγνώστες του P&I

Αποδώσαμε στα ελληνικά το υπέροχο παραμύθι της Karen Lewis «Γουλιέλμος ο Αρκούδος» με μοναδική εικονογράφηση του Michael S.Weber.

Γουλιέλμος ο Αρκούδος (μέρος 1)


Όχι πολλά χρόνια πριν και όχι πολύ μακριά από’δω, υπήρχε ένας όμορφος, μεγάλος αρκούδος που καθόταν στο ράφι ενός καταστήματος περιμένοντας κάποιον να έρθει να τον αγοράσει και να του προσφέρει ένα σπίτι.

Τον έλεγαν Γουλιέλμο.

Και δεν ήταν συνηθισμένος αρκούδος.

Το τρίχωμά του είχε ένα όμορφο ανοιχτό γκρι χρώμα και τα μάτια του, η μύτη και τα πόδια του ήταν μελιά. Τα μάτια του ήταν ζεστά κι ευγενικά κι είχε ένα θαυμάσιο βλέμμα σοφίας στο πρόσωπό του.

Ο Γουλιέλμος ήταν πολύ κομψός με το καφετί καρώ γιλέκο του και μ’ένα χρυσαφί σατέν παπιγιόν γύρω απ’το λαιμό του.

Από εκεί κρεμόταν μια ετικέτα με το όνομά του γραμμένο με έντονα μαύρα γράμματα: Γουλιέλμος (Wolstencroft).

Είχε φτάσει στο μαγαζί λίγο πριν τα Χριστούγεννα, τότε που υπήρχε στη βιτρίνα ένα ωραίο μεγάλο δέντρο, διακοσμημένο από πάνω μέχρι κάτω με φωτάκια. Πολλά μέτρα λαμπερής κορδέλας τύλιγαν τα πάντα, και όλη την ώρα ακουγόταν χριστουγεννιάτικη μουσική. Του Γουλιέλμου του άρεσαν ιδιαίτερα τα «Τρίγωνα Κάλαντα». Χαιρόταν με τον ελαφρύ, κουδουνιστό τους ήχο που τον έκανε να νοιώθει πάντα χαρούμενος.

Εκείνη την εποχή είχε παρέα του κι άλλους πολλούς αρκούδους. Ήταν μάλιστα τόσοι πολλοί πάνω σ’εκείνο το στενό ράφι που μόλις και μετά βίας μπορούσε να κουνηθεί.

Αλλά ένας-ένας έφυγαν όλοι. Τον αποχαιρετούσαν με χαρά καθώς τους μετέφεραν στα καινούρια τους σπίτια. Μέχρι που στο τέλος ήταν ο μόνος αρκούδος που είχε απομείνει σ’ολόκληρο το κατάστημα.

Είχε ελπίσει πως την Παραμονή των Χριστουγέννων θα ερχόταν ο Άγιος Βασίλης και θα τον πήγαινε σ’ένα καλό σπίτι. Αλλά αυτό δεν έγινε. Ο Άγιος Βασίλης ήταν πολύ απασχολημένος εκείνη τη χρονιά, είχε να παραδώσει περισσότερα δώρα απ’ό,τι συνήθως.

Ο Γουλιέλμος ένοιωθε λύπη και μοναξιά καθισμένος εκεί στο ράφι χωρίς κανέναν, πάνω από τις χριστουγεννιάτικες κάρτες. Λαχταρούσε να βρισκόταν ένα παιδί να τον πάρει μαζί του στο σπίτι του για να παίζει. Αλλά πιο πολύ λαχταρούσε μια αγκαλιά. Γιατί καμμιά αγκαλιά δεν είναι αρκετά μεγάλη για έναν αρκούδο.

Προσπαθούσε πολύ να μην κλάψει γιατί ήξερε ότι με τα δάκρυα τα μάτια του θα πρήζονταν και θα κοκκίνιζαν και τότε θα είχε ακόμα λιγότερες ελπίδες να βρει ένα σπίτι.

Αλλά γιατί, αχ γιατί, δεν τον διάλεγε κανείς;

Γιατί, αναρωτιόταν, τον προσπερνούσαν τόσες φορές και προτιμούσαν άλλους αρκούδους, λιγότερο όμορφους;

Κάποια μέρα, λίγο πριν το Πάσχα, τρία λαγουδάκια τοποθετήθηκαν δίπλα του στο ράφι.

Είχαν όλα τους πολύ μεγάλα αυτιά, πατούσες και μακριά πόδια. Και τα τρία φορούσαν μάλλινα πουλόβερ.

Η Ρίτα η Λαγουδίνα φορούσε ροζ πουλόβερ. Ο Ρούλης πράσινο. Κι ο Ριρής μπλε.

Ο Ρούλης και ο Ριρής ήταν δίδυμοι και η Ρίτα ήταν αδελφή τους.

«Λοιπόν, είσαι ένας πολύ όμορφος αρκούδος», είπε η Ρίτα στον Γουλιέλμο το βράδυ που το μαγαζί έκλεισε. «Μου κάνει εντύπωση που δεν σε αγόρασε κανείς να σε πάρει στο σπίτι του».

«Κι εμένα μου κάνει εντύπωση», απάντησε ο Γουλιέλμος και, παρ’όλο που προσπάθησε πολύ να το σταματήσει, ένα δάκρυ κύλησε στο γούνινό του μάγουλο.

Ο Ρούλης και ο Ριρής είχαν κατέβει μ’έναν πήδο από το ράφι και έπαιζαν κυνηγητό στους διαδρόμους.

«Προσέξτε να μη ρίξετε τίποτα κάτω», τους φώναξε η Ρίτα.

Η Ρίτα κοίταξε τον Γουλιέλμο απ’όλες τις πλευρές. Παρατήρησε το πρόσωπό του και έκανε κύκλους γύρω του, σουφρώνοντας τη μύτη της. Εκείνος είχε προσέξει ήδη ότι οι μύτες των λαγών σουφρώνουν πολύ συχνά. Μετά η Ρίτα κάθησε και έμεινε βυθισμένη στις σκέψεις της για αρκετή ώρα.

«Λοιπόν,» την ρώτησε εκείνος, μην μπορώντας να αντέξει άλλο την αγωνία. «Τι πιστεύεις ότι φταίει; Γιατί δεν θέλει κανείς να με αγοράσει;»

«Μάλλον φταίει το όνομά σου,» απάντησε η Ρίτα.

«Το όνομά μου!» αναφώνησε ο Γουλιέλμος. «Γιατί, τι έχει το όνομά μου;»

«Ω, δεν έχει τίποτα το όνομά σου», απάντησε η Ρίτα. «Το Γουλιέλμος είναι θαυμάσιο όνομα, απλώς είναι πολύ μακρύ για να το προφέρει κανείς. Δεν μπορούν όλοι να το πούνε σωστά».

Ο Γουλιέλμος πάντα μπορούσε να πει το όνομά του σωστά. Αλλά βέβαια ήταν το δικό του όνομα και όλοι μπορούν να πουν το δικό τους όνομα. Τουλάχιστον έτσι πίστευε. Όχι όταν είναι μωρά βέβαια. Όταν κι εκείνος ήταν μωρό αρκουδάκι δεν μπορούσε να πει το όνομά του. Αλλά όταν άρχισε να πηγαίνει σχολείο, το έμαθε πολύ καλά.

«Γουλιέλμο,» φώναζε η δασκάλα. «Θα μας πεις την αλφαβήτα σήμερα;»

Κι εκείνος έλεγε όλα τα γράμματα από το Α ώς το Ω. Και τα 24. Ήταν πολύ έξυπνος αρκούδος.

[…]

Διαβάστε το δεύτερο μέρος.

Τη μετάφραση στα ελληνικά επιμελήθηκε  η Λητώ Σεϊζάνη

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.