Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Nina

Τραγουδίστρια, μουσικός, συνθέτρια, ενορχηστρώτρια, ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η Eunice Kathleen Waymon γεννήθηκε το 1933 σε μια μικρή πόλη της Β. Καρολίνας. Ασχολήθηκε με την μουσική από πολύ μικρή. Έμαθε να παίζει πιάνο και να τραγουδά στην χορωδία της εκκλησίας από τεσσάρων ετών. Μεγάλωσε σε μια φτωχή πολυμελή οικογένεια, έχοντας αρχικά το όνειρο να γίνει πιανίστρια κλασσικού πιάνου, σπουδάζοντας στο φημισμένο Julliard School of Music στη Ν. Υόρκη (εξαιρετικά σπάνια περίπτωση, για την δεκαετία του ’50 μια μαύρη γυναίκα να φοιτά εκεί). Για να στηρίξει οικονομικά τις σπουδές της, παρέδιδε μαθήματα πιάνου και δούλευε τα βράδια σε κάποιο κλαμπ του Atlantic City. Για να μην το μάθουν όμως ούτε το σχολείο, ούτε οι γονείς της, άλλαξε το όνομα της σε Nina Simone (Nina, δηλ. μικρούλα, την βάφτισε ένας λατινοαμερικανός φίλος της και Simone από την ηθοποιό Simone Signoret). Στο κλαμπ αυτό, το αφεντικό απαίτησε από την Nina να τραγουδά κιόλας κι έτσι, «τυχαία» απέκτησε μια σχετική αρχικά φήμη τραγουδίστριας «ελαφρού» («ελαφρού» σε αντίθεση με την κλασσική μουσική που η ίδια αγαπούσε) ρεπερτορίου.

Στα τέλη του ’50 η Nina υπέγραψε με την μικρή δισκογραφική Bethlehem. Το 1959 η εκτέλεσή της στο ήδη γνωστό “I loves you Porgy” του George Gershwin, της χάρισε μια θέση στο Top20, που ήταν όμως και το μοναδικό τραγούδι της στο Top40 των Η.Π.Α. (μιλάμε πάντα για singles, για τραγούδια, όταν αναφερόμαστε στο Top40, όχι για albums). Για την οικονομική της «επιβίωση» πάντως η Nina καθόλου δεν χρειάστηκε τις επιτυχίες στα charts και στο rock’n’roll ή R&B κοινό, αφού καθιερώθηκε στην αγορά των nightclubs και των L.P. δίσκων.

Στις αρχές του ’60 συνεργάστηκε με την εταιρία Candix, με την οποία έκανε εννέα albums (κάποια απ’ αυτά από ζωντανές ηχογραφήσεις), στα οποία ήταν ολοφάνερος ο αξεπέραστος εκλεκτικισμός της και στα οποία περιέκλειε, κυριολεκτικά, τα πάντα, από jazz και spirituals, ως λαϊκά τραγούδια και θέματα από τον κινηματογράφο. Μετά την Candix, υπογράφει στην Philips (1964), όπου έμεινε τρία χρόνια και έβγαλε επτά albums, που, νομίζω, ήταν οι καλύτερες δισκογραφικές δουλειές της. Απ’ αυτή την εποχή προέρχονται δυο από τα πιο γνωστά και χαρακτηριστικά τραγούδια της, το I put a spell on you και το Don’t let me be misunderstood (που έγινε επίσης γνωστό και από την εκτέλεση των Animals, για την οποία η Nina είπε κάποτε στον Eric Burdon : «Α, εσύ είσαι ο λευκούλης που έκλεψε το τραγούδι μου»…). Αυτά τα L.P.s ήταν εντελώς «ακανόνιστα» ως προς το περιεχόμενό τους, με ζεστές ερμηνείες τραγουδιών του J. Brel («Ne me quitte pas”), του Charles Aznavour (“Tomorrow is my Turn”) ή της Billie Holiday (“Strange fruit”, “Tell me more & more & then some”), με ορχηστρικά κομμάτια (“Blues on purpose”), με δυναμική ποπ (“Gimme some”) και με πολιτικά (Old Jim Crow) ή αντιρατσιστικά μηνύματα (“Mississippi Goddam”). Όλα όμως με σπουδαία μουσική. Η μοναδική (μοναδική κυριολεκτικά, δεν μοιάζει με καμμιάς άλλης και καμμιά άλλη δεν της έμοιασε) φωνή της, μελαγχολική και φινετσάτη, δείχνει μια ανεξάρτητη ψυχή που κουβαλάει τεράστια τρυφερότητα.

To 1967 και μέχρι το 1974 μετακομίζει στην RCA. Ήταν μια περίοδος ιδιαίτερα παραγωγική. Εννέα L.P. δίσκοι με κάπως πιο «βαριές» ποπ- σόουλ συνθέσεις και ενορχηστρώσεις. Το πιο κλασσικό κομμάτι της περιόδου αυτής είναι το δικό της “Young, Gifted & Black” που ευτύχησε να ερμηνευτεί και από την Aretha Franklin. Είχε και δυο επιτυχίες στα βρετανικά charts με τα “Ain’t got no” (από το musical “Hair”) και To love somebody (τραγούδι των Bee Gees).

Από το 1970 και μετά η ζωή της έγινε ιδιαιτέρως ταραχώδης. Χώρισε με τον (ήδη δεύτερο) σύζυγο και μάνατζερ της Andrew Stroud (που στις αρχές της γνωριμίας τους την είχε ξυλοφορτώσει καλά-καλά και μετά της έγραψε το τραγούδι Be my husband…), αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και άρχισε να ζει ζωή νομαδική. Έμενε λίγο καιρό στην Ελβετία, λίγο στην Λιβερία, στα Μπαρμπάντος, στην Γαλλία και στην Μ. Βρετανία. Αφού άφησε την RCA, ηχογραφούσε σπάνια. Το 1978 όμως το άλμπουμ “Baltimore” (στην μικρή δισκογραφική CTI), άρεσε πολύ στους κριτικούς. Το ομώνυμο τραγούδι ήταν σύνθεση του Randy Newman και έδωσε μια μικρή ώθηση στην καριέρα της, παρ’όλο που η ίδια δεν έχανε ευκαιρία να το κατηγορεί, γιατί δεν είχε συμμετάσχει στην ενορχήστρωση και στην επιλογή των τραγουδιών.

Το 1987 η Chanel κάνει ένα διαφημιστικό σποτ για το γνωστό άρωμα Chanel 5, σε σκηνοθεσία Ridley Scott και με πρωταγωνίστρια την Carole Bouquet, και το επενδύει μουσικά με το τραγούδι της Nina My baby just cares for me (κομμάτι του 1928 που η Simone , προσθέτοντάς του έναν ευφυή ρυθμό, το ερμήνευσε στο πρώτο της άλμπουμ του 1958 “Little Girl Blue”). Το κομμάτι κυκλοφόρησε και σε single και έγινε επιτυχία τόσα χρόνια μετά. Μόνο που το 1958 η Nina είχε πουλήσει τα δικαιώματα του δίσκου στην εταιρία της για 3000 δολάρια… κι έτσι δεν πήρε “μία”…

Το 1991 εκδόθηκε η βιογραφία της “I put a spell on you”. To 1993, ο δίσκος της “A Single Woman” για την Elektra είχε αρκετά μεγάλη επιτυχία και γενικά ο κόσμος την ξαναθυμήθηκε, αφού τραγούδια της ακούγονταν στην ταινία “Point of no return”. Στο έργο, η πρωταγωνίστρια Bridget Fonda, έχει τρέλλα με την Nina Simone κι έτσι στη διάρκεια του έργου ακούμε το Here comes the sun (των Beatles), το πολύ σέξι I want a little sugar in my bowl , το “Wild is the wind, Black is the color of my true love’s hair, κ.ά. κάνοντας έτσι γνωστή την Simone και σε νεαρότερες ηλικίες. Αλλά ώς τα τέλη του ’90, η υγεία της ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, μέχρι που σε μια συναυλία στο Carnegie Hall το 2001, ανέβηκε στη σκηνή υποβασταζόμενη.

Στις 21 Απριλίου του 2003, ξεψύχησε στο σπίτι της στο Carry-Le-Rouet στην Γαλλία, όπου και πέρασε τα περισσότερα από τα τελευταία χρόνια της. Η φωνή της βέβαια και η μουσική της κληρονομιά, έχουν παραμείνει στον μουσικό κόσμο. Ίσως o τίτλος του αγαπημένου “Don’t let me be misunderstood”, συνοψίζει τον συχνά παρεξηγημένο έντονο χαρακτήρα της, τον «ανορθόδοξο» τρόπο ζωής και την πολυτάραχη σταδιοδρομία της. Η ίδια αυτοχαρακτηριζόταν «ντίβα» (και μάλλον δεν είχε άδικο) και δεχόταν να συγκριθεί μόνο με την Μαρία Κάλλας. Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με το είδος μουσικής στο οποίο ανήκε, είχε πει : «ήταν ανέκαθεν σκοπός μου να μείνω έξω από κατηγοριοποιήσεις. Αυτή είναι η ελευθερία μου. Όμως, ελευθερία για μένα, είναι ο ορισμός της τζαζ, άρα δεν μπορώ να δεχθώ ότι δεν είμαι τζαζ ερμηνεύτρια». Οι άλλοι την αποκάλεσαν “High priestess of soul” (= μεγάλη ιέρεια της σόουλ μουσικής) και προσωπικά μου αρέσει ο όρος “soul” (= ψυχή) για την Nina Simone, με την έννοια ότι σε κάθε της ερμηνεία, ζωντανή ή σε στούντιο, έβαζε μέσα όλη της την ψυχή. Κι αυτό ήταν μάλλον και το καλό και το κακό της, γιατί αυτό την κράτησε μακριά από τις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες και τα μεγάλα ακροατήρια, αφού, πολλές φορές, με την ευθύτητα που την διέκρινε, γινόταν ιδιαίτερα εριστική και με τους μάνατζερ και διευθυντές εταιριών, αλλά και με το κοινό της.

Σχολιάστε το άρθρο

  • Λητώ Σεϊζάνη

    Πολύ ενδιαφέρον το βιογραφικό άρθρο που έγραψες Marlykon. Είναι ωραίο να διαβάζει κανείς γι’αυτές τις ανένταχτες καλλιτεχνικές ψυχές.

  • Φαίδρα Σίμιτσεκ

    Είδες που ανέβασα 10 τραγούδια της παρ’όλο τον κόπο; Χαρά μου ήταν!Λατρεύω αυτήν την ερμηνεύτρια. Το wild is the wind το είπε εκτός από τον Bowie και η Esperanza Spalding για την οποία είχες γράψει ένα φεγγάρι (https://peopleandideas.gr/2011/03/15/esperanza/). Εξίσου συγκλονιστική ερμηνεία.

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.