Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Ich bin Grieche

Πριν 20 χρόνια είχα βρεθεί για καμιά βδομάδα στο Βερολίνο, για την ακρίβεια 18-25 Απριλίου του ’91. Η Ελληνική κοινότητα είχε ένα πρόγραμμα εκδηλώσεων, Nostos Tage κι έτσι και είχαν καλέσει τον μαέστρο της τότε ορχήστρας μας, να παίξουμε κάποιες από τις συνθέσεις του σε μελοποιημένη ποίηση Καρυωτάκη, Καββαδία και Καβάφη, τα τρία Κα που λέγαμε. Μέχρι τότε ο μόνος που είχε δικαιώματα κυρίως από τους συγγενείς του Καββαδία ήταν ο Μικρούτσικος και ο οποίος μπλόκαρε όσο μπορούσε την έκδοση των τραγουδιών αυτών. Δεν είχε και πολλή διάδοση τότε το σπορ της μελοποίησης  διότι θύμιζε άλλες εποχές και σε περίοδο μετα-Κοσκωτική, μετά-δικαστική, μετά το «βρώμικο ‘89», αυτό δεν ήταν καλό.

Ο φίλος μου ο Χάρης τότε, νυν μπουζούκι στους Χειμερινούς Κολυμβητές, ήξερε καλά τον Λέκκα και του πρότεινε να ερμηνεύσει αυτός τους 3 κύκλους τραγουδιών. Έτσι βρεθήκαμε, μια ανάμικτη παρέα μουσικών-τραγουδιστών σε μια τούρκικη γειτονιά του Βερολίνου, κοντά στα γενέθλια του Χίτλερ και ενάμιση χρόνο μετά την πτώση του Τείχους, να παίζουμε «Φίλε η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε….».

Πέρα από τη μουσική και τις παραστάσεις, τα δεδομένα ήταν πολλά για μένα για να τα χειριστώ.  Π.χ. στον όροφο από κάτω μας έμενε ο Σπαθάρης και εμείς τρώγαμε πρωινό μαζί του και μας έλεγε ανέκδοτα με τη χαρακτηριστική του φωνή. Υπήρχε κι αυτή η άσπρη σκόνη που περιφερόταν στα τραπέζια, σαν «άχνη», ιδιαιτέρως ανεβαστική. Δεν είχα αντιληφθεί ποιος ήταν εκείνος ο τύπος με το κόκκινο πουλόβερ και τα γυαλιά, που τρώγαμε μαζί δείπνο και μας μιλούσε για ποίηση-εννοώ τον Τίτο Πατρίκιο, ή ένας ζωγράφος-Γιώργος Ξένος νομίζω-με «Βελουχιώτικα» μούσια που μιλούσε για την ελληνική διανόηση της διασποράς. Γνώρισα επίσης έναν εστιάτορα, κλασσικό Έλληνα που «διέπρεψε δια του μουσακά», που ακούραστα μας γύριζε σε γειτονιές του πρώην Ανατολικού, με τις σφαίρες στους τοίχους ακόμα να φαίνονται. Μας πήγε στις γραμμές του τείχους, σαν ψέμα, με ανθρώπους σαν να μην έχουν συνέλθει ακόμα από το σοκ (μετά είδαμε το «Οι ζωές των άλλων» και καταλάβαμε), σαν ακόμα να υπήρχε η ψυχροπολεμική υστερία, ο «φτωχός Ossie» ο πλούσιος  «Wessie», νοιώθαμε την αντιπάθεια μεταξύ τους, παρά τις υποσχέσεις του Κολ για ομόνοιες και επανιδρύσεις. Πήγαμε σε μέρη που δεν μας άρεσαν, γεμάτα βρωμιά, υπανάπτυκτα και τριτοκοσμικά. Το Kreuzberg δε βλεπόταν τότε, είχε κολλήσει στην δεκαετία του ’60, με γειτονιές άχρωμες κι άοσμες. Στο κέντρο ίσως κάτι από ένδοξες μέρες, αλλά ως επί το πλείστον ατμόσφαιρα μικτή, μάλλον πιο πολύ κράμα παρά μίγμα.

Το μέλλον τους δεν φαινόταν ξεκάθαρα τότε παρά τη μεγάλη ισχύ του μάρκου και την προοπτική του Μάαστριχτ.

Προ λίγων ημερών ξαναβρέθηκα στο Βερολίνο, πάλι για ψιλο-επαγγελματικούς λόγους (συνεντεύξεις, βιογραφικά κτλ, και επαναπρογραμματισμός της ζωής γενικώς). Όντως η αλλαγή ήταν τρομακτική. Ένα εργοτάξιο που συνεχίζει να αναδιαμορφώνεται, να επεκτείνεται, να προσαρμόζεται στις συνθήκες του 21ου, μετά την κρίση, αιώνα. Προφανώς αυτή η περιβόητη ανάπτυξη που είδαμε, στηρίχθηκε πάνω στις πλάτες λαών και κρατών, των οικονομιών τους και των εργατικών χεριών που προσφέρουν. Η καινούρια gastarbeiter εποχή ωφέλησε εκ νέου τη χώρα, αλλά η πρωτεύουσά της πραγματοποίησε μια μεταμόρφωση εκπληκτική. Άλλο να το ακούς ή να το βλέπεις στην TV κι άλλο να το βλέπεις με τα μάτια σου! Αυτό το multi-culti που άκουγα και δεν καταλάβαινα και που προσφάτως η Μέρκελ το έβγαλε «αποτυχημένο μοντέλο διαβίωσης», υπήρχε εκεί, ώστε να μη θυμίζει κλασσική Γερμανία, αλλά αυτό το τρελό χωνευτήρι των λαών απ’ την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Μια γυναίκα μες στο Ράιχσταγκ, μια κάτοικος της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, με στερήσεις/εγκράτεια/αυστηρή πειθαρχία στο μυαλό της, βρίσκεται στο τιμόνι μιας χώρας με ρυθμούς ανάπτυξης κατά 16% μεγαλύτερους από πέρσι, λίγο κάτω απ’ την Κίνα. Η πτώση του ευρώ κάνει ανταγωνιστικά τα προϊόντα τους, αυξάνει τις εξαγωγές και τα εργοστάσια ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια. Η τεχνογνωσία που πουλάνε στη Ρωσία, στην Ινδία, στην Κίνα, ή και στις ΗΠΑ, τους βάζει σε θέση Fernsehturm, που λογικά βλέπουν την υπόλοιπη Ευρώπη αφ’ υψηλού.

Είναι κάτι το μαγικό να βλέπεις αυτή την πόλη, με το μη γερμανικό χρώμα, με τα εκατομμύρια των ξένων εργατών, να έχει φτιαχτεί σε μια εικοσαετία ως κάτι μοναδικό. Φίλοι μου έχουν μιλήσει και για τη μεταμόρφωση του Αμβούργου, αλλά αυτή η προσπάθεια είναι πιο γιγάντια. Απ’ το διχασμό—Διχασμός έέέ; Ελληνικές αναμνήσεις!—στην κοινή πορεία μπροστά. Γιατί ακόμα κι ο πιο κακόβουλος, ο πιο καχύποπτος δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι η πορεία αυτού του λαού, του πολύχρωμου και του «απ’όλα έχει ο μπαξές» μωσαϊκού, είναι μόνο προς τα μπρος. Η συνταγή έχει κάτι από συνδυασμό πειθαρχίας «σκύβω το κεφάλι και εκτελώ» και επιλογής προσωπικού «παίρνεις απ’ τον καθέναν ό, τι καλύτερο έχει». Δε νομίζω ότι χρειάζεται να πω πολλά. Ένα παράδειγμα θα σας πείσει, όσον αφορά την απλότητα του ζητήματος: βρισκόμαστε σε έναν εκπληκτικό παιδότοπο της Lego, Legoland, μεταξύ Potzdamer Platz και Kulturforum. Ένας πιτσιρικάς εκπαιδεύει τα παιδιά πώς να φτιάχνουν κατασκευές από lego. «Όλα ξεκινάν απλά», λέει. Και γράφει σε έναν πίνακα 1. Idee | Ιδέα (εννοώντας έμπνευση, αρχική σύλληψη), 2. Plan | Πλάνο (εννοώντας σχεδιασμό, προγραμματισμό, πλαίσιο) και 3. Lego (εννοώντας την κατασκευή, την πράξη, την ολοκλήρωση).

Τρεις λεξούλες, ιδέα, πλάνο, lego. Αυτά! Το παιδί μαθαίνει από μικρή ηλικία, ότι πρέπει να έχει ιδέες, να τις οργανώνει, να τις σχεδιάζει σε ένα πλάνο από πριν στο μυαλό του ή σε ένα χαρτί και μετά να τις εφαρμόσει, να τις κάνει πράξη. Κι έτσι γίνεται στη χώρα αυτή. Όλα υπάρχουν σε ένα πλαίσιο, σε ένα χρονοδιάγραμμα, όλοι υπηρετούν έναν κοινό σκοπό. Για παράδειγμα, δίπλα στο εργοστάσιο ή τη βιομηχανία, φτιάχνεται το τεράστιο οικοδομικό τετράγωνο, που θα φιλοξενήσει συγκεκριμένο αριθμό εργατών, π.χ. 2500 άνθρωποι θα έχουν δωρεάν σπίτι (καλύτερα ας το πούμε δωμάτιο 4Χ5), δίπλα στη δουλειά τους, ώστε να μην καθυστερούν, να δουλεύουν μέρα-νύχτα, να έχουν στο νου τους ένα σκοπό. Τις καθημερινές αυτή είναι η ζωή. Σπίτι-δουλειά-σπίτι-δουλειά. Το Σαβ/κο μπορούν να πάνε να ψήσουν στο Tiergarten, να χαλαρώσουν με ομοεθνείς, να κάνουν ό,τι νομίζουν, μέσα στα στενά «μεταναστευτικά» πλαίσια.

Βρήκα έναν φίλο κουζινά, που πήγε να δουλέψει σε μεγαλοεργολάβο με 20 συνεργεία και ο οποίος είχε «πιάσει πιάτο» εδώ, οπότε ό,τι και να του ‘διναν μόνο ευχαριστώ θα έλεγε. Ο Έλληνας βέβαια αχάριστος και ναμικιόρης, πάλι ψάχνει τα πονηρά, τα πλαϊνά, τα εύκολα και τα χαβαλεδιάρικα. Εκεί όμως δεν υπάρχουν αυτά. Μας βρήκαν (εννοώ τους οικονομικούς μετανάστες) στην ανάγκη, θα μας πατήσουν. Όστις θέλει, οπίσω τους ελθείν. Οι άλλοι θα βράσουμε στο ζουμί μας.

Βέβαια υπάρχουν και οι «πιασμένοι». Τα μεγαλοστελέχη, οι ανώτεροι οικονομικά υπάλληλοι, της Mercedes, της Siemens, της SAP, άλλων πολυεθνικών, οι οποίοι πάνε με τα ποδηλατάκια τους και την κουστουμιά τους στη δουλειά, που πηγαίνουν στο θέατρο Marlene Dietrich, που προτιμούν διεθνή cuisine κι όχι τα απολιθώματα-kneipen. Είναι οι ίδιοι, με τους κήπους και τα μικρά allotments-που έλεγε και η Λητώ-στο Plänterwalde, που σκαλίζουν και φυτεύουν βιολογικές πατάτες για να ξεσκάνε. Γι’ αυτούς είναι μια ιδανική περίπτωση, η Νέα Υόρκη της Ευρώπης, σε μικρότερη κλίμακα και χωρίς την εγκληματικότητά της.

Δεν ωραιοποιώ τίποτα, σίγουρα δεν έχω πλήρη εικόνα, δεν μπορεί να είμαι και ντιπ αντικειμενικός, πιθανότατα να υπάρχουν αρκετές διαφοροποιήσεις που εξαρτώνται από το status του καθενός. Εγώ από αυτά τα λίγα που είδα, ζήλεψα πολύ. Γιατί πήγα το ’91 σε μια μισο-διαλυμένη, διχασμένη, μόλις αναδυόμενη κοινωνία και την ξαναβρήκα αλώβητη από οικονομικές τρικυμίες, ευνοημένη από «ξένους» και «ιθαγενείς», με τεράστια άνεση στη μαζική μεταφορά, στη διασκέδαση, με μια βιτρίνα τρομερή, ελκυστική (κι ας είναι και ψιλο-ψέμα). Πώς ξαναγεννήθηκε αυτή η πόλη από ψυχροπολεμικές στάχτες και μπήκε στο 2000 με αέρα ηγέτη και τροπαιούχου, dem Deutsche Volke.

Και πάλι δεν ζηλεύω (τρομερά), απλώς θυμάμαι που είμαι και θα παραμείνω μεταπολιτευτικός Έλληνας και με πιάνει εκείνος ο Νόστος, που έλεγα στην αρχή. Καλύτερα να ήμουν Έλλην της διασποράς, με νοσταλγία για τη μυθική Ελλάδα, παρά να έχω νόστο για ξένες χώρες, χωρίς να είμαι ξένος. Είναι προφανές ότι ο Καζαντζίδης ακούγεται καλύτερα στα ξένα απ’ό,τι στη χώρα μας.

Ας είναι! Όλοι θα ζήσουμε, κι αυτοί με τα πολλά κι εμείς με τα λίγα, εμείς δεν είχαμε χαρτί κι αυτοί είχαν το Ρήγα (κι εμείς την Παπαρήγα).

Σχολιάστε το άρθρο

  • Λητώ Σεϊζάνη

    Το τέλος ξεκαρδιστικό! Απ’όλ’αυτά που έγραψες προσωπικά βρίσκω πιο αξιοζήλευτη την απλότητα, αυτή τη νοοτροπία που έχουν με τα ποδηλατάκια στη δουλειά και όχι να επιδεικνύονται ότι είναι σπουδαίοι με τα τζιπ και τις σπιταρώνες.

  • chrisanthe

    Πολύ ενδιαφέρον το άρθρο, και συμφωνώ απόλυτα. Καλλιο (από έξω) να νοσταλγω μια Ελλάδα όπως την έχει πλάσει η σκέψη μου, παρά να βιώνω καθημερινά πως αυτός ο τόπος δεν αποδείχθηκε αντάξιος ούτε του παρελθόντος του, ούτε των προσδοκιών μου, ούτε και της αγάπης που του έχω. Τις πταίει άραγε;

  • Φαίδρα Σίμιτσεκ

    Η Λητώ και η Χρυσάνθη τα είπαν όλα όπως έπρεπε.
    Αχ τι θα κάνουμε… το ένα χάλι αντικαθιστά ένα άλλο.
    Ήξερα για την ελληνική διανόηση στο Παρίσι του τότε. Χάρηκα που διάβασα για ‘κείνη του Βερολίνου.

  • «Καλύτερα να ήμουν Έλλην της διασποράς, με νοσταλγία για τη μυθική Ελλάδα, παρά να έχω νόστο για ξένες χώρες, χωρίς να είμαι ξένος.»

    H φράση αυτή τα λέει όλα… Συγχαρητήρια για το άρθρο σου!

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.