Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Το πείραμα του Stanford

Με αφορμή την αναφορά σε μια ιστορία που προκαλεί ντροπή και συγκεκριμένα στην ιστορία του εμπορίου των σκλάβων, θυμήθηκα ένα άκρως αμφιλεγόμενο και πολυσυζητημένο πείραμα ψυχολογίας που έγινε πριν 40 χρόνια και το οποίο είχε έρθει στην επικαιρότητα με τα γεγονότα στις φυλακές του Abu-Ghraib. Πρόκειται για το πείραμα φυλάκισης του Stanford που έγινε το καλοκαίρι του 1971 στο Πανεπιστήμιο του Standford στο Palo Alto των Ηνωμένων Πολιτειών με χρηματοδότηση απ’το το αμερικάνικο ναυτικό και είχε στόχο να μελετηθεί το πώς και το γιατί των εξεργέρσεων στις στρατιωτικές φυλακές. Ανάδοχος του προγράμματος ήταν ο καθηγητής ψυχολογίας Philip Zimbardo και η ομάδα του. Έτσι στο υπόγειο της σχολής, αίθουσες μεταμορφώθηκαν σε κελλιά φυλακών και δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα μια αγγελία που απευθυνόταν σε νέους άνδρες φοιτητές: μια πρόταση να συμμετάσχουν σε ένα πείραμα προσομοίωσης φυλάκισης για δεκαπέντε ημέρες με ημερήσια αμοιβή 15 δολλαρίων (80 σημερινά περίπου).

Από τους 70 άνδρες που παρουσιάστηκαν, επελέγησαν με διάφορα ψυχολογικά και σωματικά τεστ, 24 άτομα με καλή ψυχολογική και σωματική υγεία, που αντιπροσώπευαν όλα τα κοινωνικά στρώματα και ήταν όλοι βορειο-αμερικανοί. Ο ρόλος που θα έπαιζε ο καθένας – του δεσμοφύλακα ή του φυλακισμένου – μοιράστηκε κορώνα γράμματα ώστε να είναι ξεκάθαρο και εις γνώση του καθενός, ότι ο ρόλος του ήταν απλά προϊόν τύχης και όχι κάποιας ψυχολογικής ή σωματικής προδιάθεσης. Έτσι 9 φυλακισμένοι, 9 δεσμοφύλακες και 6 εφεδρικοί επελέγησαν και ξεκίνησε το πείραμα.

Αυτοί που θα έπαιζαν τους φυλακισμένους πιάστηκαν απροειδοποίητα από την αστυνομία -που είχε δεχτεί να συμμετάσχει στο πείραμα – και υπεβλήθησαν στη δοκιμασία της προσαγωγής, της λήψης των αποτυπωμάτων και της φωτογράφισης πριν οδηγηθούν στη φυλακή. Εκεί, τους φορέθηκε μια άσπρη ρόμπα σαν νυχτικό, με μόνη επιγραφή επάνω το νούμερό τους, έμειναν χωρίς εσώρρουχα, υποχρεώθηκαν να φορέσουν έναν νάιλον σκούφο για να μοιάζει με ξυρισμένο κεφάλι και σαγιονάρες από καουτσούκ, δυσάρεστες και άβολες. Μια αλυσίδα μπήκε στα πόδια τους όχι τόσο για να μην μπορούν να κινηθούν όσο για να νοιώθουν κάθε στιγμή ότι είναι φυλακισμένοι και καταπιεσμένοι. Το κελλί τους είχε μόνο ένα στρώμα πεταμένο στο πάτωμα. Οι δεσμοφύλακες απ’την άλλη εξοπλίστηκαν με μια ξύλινη μαγκούρα -την οποία απαγορευόταν να χρησιμοποιούν- και μια στολή χακί στρατιωτικού τύπου, γυαλιά ηλίου που το τζάμι τους αντανακλούσε το φως ώστε να μην υπάρχει οπτική επαφή μεταξύ αυτών και των φυλακισμένων. Η καλή λειτουργία της φυλακής ήταν στα χέρια τους και μπορούσαν να τη διαχειριστούν όπως ήθελαν. Είχε τονιστεί ότι το ζητούμενο ήταν να καλλιεργούν στους φυλακισμένους την αίσθηση αποπροσανατολισμού, την απώλεια της αίσθησης ταυτότητας και της ατομικής αξίας και την αίσθηση ότι οι μόνοι κυρίαρχοι ήταν οι δεσμοφύλακες.

Και οι ίδιοι οι ερευνητές ενεπλάκησαν στο παιχνίδι ως διοικητές των φυλακών και έπραξαν μεγάλο επιστημονικό λάθος εφ’όσον δεν ήταν πια ουδέτεροι παρατηρητές αλλά συμμετέχοντες και έτσι δεν μπόρεσαν να αξιολογήσουν εγκαίρως το πόσο καλά οι συμμετέχοντας θα ενσάρκωναν τον ρόλο τους.

Δεν συνέβη τίποτα ιδιαίτερο την πρώτη μέρα. Όπως δήλωσε ο ίδιος ο Zimbaldo οι δεσμοφύλακες μπήκαν στο ρόλο τους μόνο το πρωί της δεύτερης μέρα όταν έγινε μια εξέγερση. Κατά την καταμέτρηση (με νούμερα και όχι ονόματα), οι φυλακισμένοι αφαίρεσαν το σκούφο τους και κλειδώθηκαν στα κελλιά τους βάζοντας τα στρώματα κόντρα στις πόρτες. Έτσι οι νυχτερινοί φύλακες παρέμειναν και οι πρωινοί που μόλις τότε ξεκινούσε η βάρδιά τους, φώναξαν για βοήθεια τους απογευματινούς. Όλοι μαζί και χρησιμοποιώντας ρίψη απ’ τους πυροσβεστήρες μπήκαν στα κελλιά, έβγαλαν τα στρώματα, ανάγκασαν τους φυλακισμένους να ξεντυθούν ενώ πέταξαν τον αρχηγό των εξεγερθέντων στην απομόνωση.

Από ‘κει και ύστερα, τα πράγματα πήραν άλλη τροπή, με στόχο οι δεσμοφύλακες να κρατήσουν τον έλεγχο της κατάστασης. Χώρισαν σε πρώτη φάση τους φυλακισμένους σε καλούς και κακούς -τους καλούς τους πρόσεχαν ιδιαίτερα- σε μια προσπάθεια να σπάσουν την αλληλεγγύη τους. Κατόπιν τους έβαλαν μαζί ξανά για να πλανάται η απειλή ότι υπάρχουν μεταξύ τους πληροφοριοδότες. Τα πράγματα όλο και χειροτερεύουν. Οι φυλακισμένοι είναι στη διάθεση των δεσμοφυλάκων κάθε ώρα της μέρας και της νύχτας, τελούν υπό έλλειψη ύπνου, απαγόρευση να χρησιμοποιήσουν τις τουαλέτες που αντικαθιστώνται με δύσοσμους κουβάδες, και υποχρέωση να τους καθαρίζουν με γυμνά χέρια, εξαναγκασμό σε εξαντλητικά push-ups, να κοιμούνται χωρίς στρώμα στο πάτωμα ακόμα και άρση παροχής σίτισης. Στις 36 ώρες αφού ξεκίνησε το πείραμα, ένας φυλακισμένος σπάει και πριν τον αποσύρουν από το πείραμα, πείθει τους υπόλοιπους ότι βρίσκονται σε μια πραγματική φυλακή.

Η ψυχολογική μεταμόρφωση έχει ξεκινήσει. Ακόμα και οι γονείς και οι φίλοι που έρχονται για επίσκεψη μπαίνουν στο ρόλο « του γονιού που πάει να δει το παιδί του στη φυλακή ». Κανείς δεν σκέφτεται ότι με ένα απλό « σταματάω » μπορεί να βγει από το πείραμα και οι ίδιοι οι ερευνητές δεν ελέγχουν την κατάσταση. Οι φυλακισμένοι δέχονται ακόμα και να φύγουν χωρίς αμοιβή και όταν αυτό τελικά δεν επιτρέπεται, επιστρέφουν στα κελιά τους απόλυτα υποδουλωμένοι και έχοντας χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

Οι φυλακισμένοι έχουν υποβληθεί αλλά και δεχτεί μια μεταχείριση άκρως εξευτελιστική και συχνά σαδιστική από τους δεσμοφύλακες – το ένα τρίτο από αυτούς εξέφραζε σαδιστική συμπεριφορά ιδίως τη νύχτα όπου πίστευαν ότι δεν τους φιλμάρουν άρα δεν τους βλέπει κανείς- και σοβαρές ψυχολογικές διαταραχές άρχισαν να εμφανίζονται μεταξύ τους.

Από τα πενήντα άτομα που συμμετείχαν άμεσα ή έμμεσα στην ιστορία αυτή, μόνο ένα άτομο – η Christina Maslach και μέλλουσα σύζυγος του καθηγητή Ζimbardo- εναντιώθηκε για ηθικούς λόγους στη συνέχιση του πειράματος. Χάρη σ’ αυτήν ο καθηγητής συνειδητοποίησε την κατάσταση και σταμάτησε το πείραμα μόλις 6 μέρες αφού είχε ξεκινήσει αντί των δυο εβδομάδων που είχε προγραμματιστεί.

Με εντυπωσιακό και πολύ βίαιο τρόπο, το πείραμα αυτό έδειξε ότι μπορείς να μετατρέψεις σε λίγες μέρες νέους άνδρες ισσοροπημένους και με καλή υγεία σε ελεεινούς και σαδιστικούς δεσμοφύλακες ή να τους ρίξεις στην τέλεια σωματική και ψυχολογική εξαθλίωση. Δηλαδή ότι το περιβάλλον και όχι η προσωπικότητα των συμμετεχόντων μπορεί να προκαλέσει μια συμπεριφορά διαμετρικά αντίθετη με τις αξίες που είχαν σε κανονικές συνθήκες. Έδειξε επίσης την απεριόριστη δυνατότητα εντυπωσιασμού και ελέγχου που έχει η εξουσία και οποιοσδήποτε επίσημος φορέας της… Ανατριχιαστικό;

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.