Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Κάτω από ένα ηφαίστειο – Η βιογραφία του Μαρξ

Τον θεωρούσαμε καταχωνιασμένο στο ντουλάπι της Ιστορίας. Το όνομά του και το έργο του ήταν συνυφασμένο με ένα σχέδιο, τον κομμουνισμό, και με τα ολέθρια καθεστώτα που το εφάρμοσαν. Αλλά να που ο Μαρξ ξαναγίνεται κεφάλαιο. Η κατάρρευση της πρώην Σοβιετικής ένωσης ή η πτώση του Τείχους απεγκλώβισαν την σκέψη του απ’τον πολιτικό της εκμαυλισμό (κατά τον Eric Hobsbwam). Η μετέπειτα  κρίση του 2008 που συνδέεται με τις υπερβολές ενός χρηματοοικονομικού καπιταλισμού των άκρων, τον έφερε πάλι στο προσκήνιο. Δικαιολογημένα. Αν κάποιος υπέδειξε τα κίνητρα και τις αντιφάσεις ενός τέτοιου οικονομικού συστήματος, είναι αυτός. Μένει να ανακαλύψουμε ξανά αυτόν τον γίγαντα που, κατά τα πρότυπα ενός Δαρβίνου ή ενός Φρόϋντ, ανέτρεψε τις υπάρχουσες θεωρήσεις του κόσμου και του ανθρώπου. Οι επικριτικές αναλύσεις για την αλλοτρίωση μέσα από την εργασία ή για την καπιταλιστική εκμετάλλευση, αντηχούν περίεργα στον σύγχρονο άνθρωπο. Τι; Μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για κάποιον που δεν πιστεύει στη Μεγάλη Βραδιά 1 ; Σε ένα γνωστό ευφυολόγημα ο Μαρξ ο ίδιος έλεγε να μην είναι μαρξιστής…”

 Με αυτά τα εισαγωγικά λόγια ξεκινάει ένα σχετικό αφιέρωμα -άνευ δογματικών προκαταλήψεων- στο περιοδικό Philosophie Magazine του Σεπτεμβρίου. Επιλέξαμε και μεταφράσαμε τη βιογραφία του 2 και την δημοσιεύουμε σε δυο μέρη.

«Το 1954, το κομμουνιστικό κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας τοποθετεί στο Highgate Cemetery του Λονδίνου, πάνω στην ταφόπλακα του πιο διάσημου εκπροσώπου των ιδεών που υπερασπίζεται, μια πέτρα με την εξής επιγραφή: “Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε”. Ο Μαρξ είχε γράψει ο ίδιος αυτήν τη φράση πάνω από έναν αιώνα νωρίτερα. Εμφανίζεται το 1848 στο Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος, συνυπογράφεται από τον Engels, αυτό το λεπτό τεύχος που θα γινόταν το Ευαγγέλιο του εργατικού κινήματος και θα άλλαζε τον ρου της ιστορίας, πριν το πάρει το κύμα. Όποιος διαβάσει σήμερα χωρίς προκαταλήψεις αυτό το ιστορικό ντοκουμέντο δεν θα βρει μόνο μια υπεράσπιση του κομμουνισμού και ένα κάλεσμα για την εδραίωσή του, αλλά μια περιγραφή απίστευτα θετική για την μεσαία τάξη (μπουρζουαζία). Αυτή η τάξη, που η μαρξιστική θεωρία προβλέπει και διεκδικεί την ταχεία ανατροπή της, αντιπροσωπεύει παρ’όλ’ αυτά, την εποχή που γράφει ο Μαρξ, την πιο προοδευτική τομή της κοινωνικής και ιστορικής προόδου.

Όπως σχεδόν όλοι οι μεγάλοι σοσιαλιστές του 19ου αιώνα, ο Μαρξ είναι ο ίδιος γιος μεσοαστού. Γεννιέται στις 5 Μαϊου 1818 στην πόλη Τρίερ της σημερινής Ρηνανίας, σε μια οικογένεια με δικό της αμπελώνα,  και κρασί  από τον ποταμό Μόζελ της Αλσατίας. Εβραϊκής καταγωγής, ο πατέρας προσχώρησε στον προτεσταντισμό για να διευκολύνει την δικηγορική του καριέρα και ο μικρός Καρλ βαπτίζεται χριστιανός σε ηλικία 6 ετών. Οι αδελφές του τον λατρεύουν και δεν διστάζουν να δοκιμάζουν τα “γλυκά” από χώμα που “ψήνει”.

Στα 18 του, ο Μαρξ ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του σπουδάζει νομική στη Βόννη, πριν επιλέξει το Βερολίνο, όπου εγκαθίσταται τον Οκτώβριο του 1836. Εκεί “ υποκύπτει στην γοητεία της φιλοσοφίας, και συγκεκριμένα στην σκέψη του Hegel (Έγελου), την τότε πανταχού παρούσα. Εξοικειώνεται μ’ αυτήν μέσα από το “κλάμπ των Διδακτόρων”, μια εκλεκτική ομάδα νεαρών πανεπιστημιακών, συγκεντρωμένη γύρω από τον κριτή της θρησκείας Bruno Bauer. Oι συναντήσεις τους είναι ηλεκτρισμένες και το κρασί ρέει άφθονο…

Χαρακτηρισμένος ως αριστερός Εγελιανός, υπερασπίζεται το 1941 την φιλοσοφική του διατριβή (με θέμα τη διαφορά της φιλοσοφίας της φύσης στον Δημόκριτο και στον Επίκουρο), και πρέπει να απαρνηθεί μια καρριέρα σε οποιοδήποτε ακαδημαϊκό ίδρυμα καθώς εκεί κυριαρχεί συντηρητικό πνεύμα. Το 1842, γίνεται ο αρχισυντάκτης της νεότατης Rheinische Zeitung (“Εφημερίδα της Ρηνανίας”) η οποία κάτω από τη διεύθυνσή του καθιερώνεται ως το κύριο αντιπολιτευτικό όργανο στην περιοχή. Η λογοκρισία της Πρωσσίας δεν αργεί να εκδηλωθεί οπότε διακόπτεται αυτή η δραστηριότητα. Ο Μαρξ φεύγει για το Παρίσι, αφού πρώτα παντρεύεται την επί μακρόν αρραβωνιαστικιά του Jenny von Westphalen, κόρη αριστοκράτη, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του, και από ό,τι φαίνεται όμορφη, έξυπνη και πνευματώδη. Έξι παιδιά θα γεννηθούν από αυτήν την ένωση, απ’τα οποία μόνο τρεις κόρες θα προφτάσουν να ενηλικιωθούν.

Νύχτες μέθης με τον Έγκελς

Μόλις το ζευγάρι εγκαθίσταται το φθινόπωρο του 1843 σε ένα διαμέρισμα της οδού Βανώ (Vaneau), ο Μαρξ δοκιμάζει την τύχη του ως επιχειρηματίας εφημερίδων και δημοσιογράφος. Ξεκινάει γι’αυτόν μια περίοδος καθοριστικών συναντήσεων αλλά και σφοδρών καυγάδων λόγω του εκρηκτικού ταμπεραμέντου του. Το Παρίσι είναι τότε το κέντρο της εξόριστης ευρωπαϊκής ιντελιγκέντσια. Εκεί ο Μαρξ γνωρίζει τον Ρώσο αναρχικό Μπακούνιν και τους Γάλλους σοσιαλιστές όπως τον Προυντόν (Proudhon), με τους οποίους επιχειρηματολογεί νύχτες ολόκληρες στα καφενεία. Στο τέλος του Αυγούστου του 1844, συνδέεται φιλικά με τον γιο ενός Γερμανού βιομηχάνου με έδρα το Μάντσεστερ, τον Friedrich Engels  (Έγκελς). Οι δυο άνδρες είχαν βρεθεί για λίγο στην Κολωνία, σε μια συνάντηση μάλλον παγερή. Αυτήν την φορά, συναντώνται στο καφενείο La Régence, συζητούν με πάθος και πίνουν μέχρι μέθης επί 10 συνεχόμενες ημέρες. Μια συνενοχή και μια εργασιακή συνεργατικότητα σφραγίζεται τότε και διαρκεί μια ζωή. Μέσα σ’ αυτήν τη σχέση, ο Έγκελς θα βλέπει πάντα τον εαυτό του σαν απλό “ταλαντούχο άνθρωπο” μπροστά στην “ιδιοφυΐα” που θεωρεί τον Μαρξ. Ο ίδιος έχει αυτό που λείπει από το πνευματικό alter ego του: μια άμεση γνώση της εργατικής μιζέριας, μια εμπειρία ως εκδότης και ένα πιο μετριοπαθές ταμπεραμέντο. Ο Μαρξ αντιθέτως τείνει προς μια ψυχαναγκαστική τελειομανία, και μια αχόρταγη δίψα για ανάγνωση βιβλίων αλλά και για (κακής ποιότητας) πούρα και οινόπνευμα. Είναι ανίκανος να τηρήσει μια προθεσμία, να είναι στην ώρα του σε ένα ραντεβού: δυσκολεύεται αφόρητα να οργανώσει την καθημερινή του εργασία και να κερδίσει τη ζωή του με συμβατικό τρόπο. Η διαρκής οικονομική βοήθεια που θα του παρέχει ο Έγκελς, θα του επιτρέψει να αφιερώσει τη ζωή του στις ιδέες. »

Στο τέλος του 1844, ο θρόνος της Πρωσσίας πιέζει τις γαλλικές αρχές να απελάσουν τον Μαρξ γιατί αν και μακριά στο Παρίσι, έλουσε τον βασιλιά Φρειδερίκο-Γουλιέλμο τον τέταρτο με άκρως σαρκαστικά σχόλια. Έτσι μαζεύει τα πράγματά του και φεύγει για τις Βρυξέλλες, όπου τον ακολουθεί λίγο αργότερα ο Έγκελς. Oι δυο φίλοι εμπλέκονται τότε στην διεθνή πολιτική και μπαίνουν σε μια οργάνωση, πρόδρομο των κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων και που αρχικά είχαν επικρίνει σφόδρα: είναι “Η λίγκα των Δικαίων” που ιδρύθηκε το 1836. Ξαναβαφτίζεται “η Λίγκα των Κομμουνιστών” και την δογματική της γραμμή συντάσσουν ο Μαρξ και ο Εγκελς, οι οποίοι δημοσιεύουν το Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος στις αρχές του 1848. Παράλληλα, η Γαλλική Επανάσταση προκαλεί πολιτικές αναταράξεις και στήνει οδοφράγματα σε όλη την Ευρώπη. Όταν τα επεισόδια φτάνουν στις Βρυξέλλες, ο Μαρξ – χωρίς πατρίδα από τότε που αρνήθηκε την υπηκοότητα του – συλλαμβάνεται.Τον απελαύνουν ξανά.

Μετακινούμενη πολλές φορές μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, η οικογένεια Μαρξ βρίσκει καταφύγιο στο Λονδίνο το 1850. Η Βρετανική πρωτεύουσα είναι ο ηγέτης της βιομηχανικής επανάστασης και η έδρα κραυγαλέων αδικιών, με τη γέννηση ενός προλεταριάτου καταδικασμένου σε μιζέρια. Οι καιροί είναι δύσκολοι για τον Μαρξ: ζει σε ένα σπίτι ερείπιο στο Soho, κυνηγημένος από αρτοποιούς και κρεοπώλες που ζητούν να πληρώσει τους απλήρωτους λογαριασμούς του. Να διευκρινίσουμε ότι έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να διαχειρίζεται τα χρήματά του, προτιμώντας να προσλάβει έναν προσωπικό γραμματέα από το να φροντίσει για τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειας του. Ευτυχώς, ο Έγκελς του παρέχει ένα τακτικό εισόδημα -δουλεύει στην εταιρεία του πατέρα του, και δεν διστάζει καμμιά φορά να βάζει το χέρι στο ταμείο…-. Χάρη στη βοήθειά του ο Μαρξ μπορεί και περνά ολόκληρες μέρες στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου, όπου γράφει και μελετάει μεταξύ άλλων την οικονομία. Εκεί λοιπόν σε αυτόν τον χώρο, μακριά από τα βλέμματα του κόσμου κάνει σκέψεις γύρω από την αλλοτρίωση των εργαζομένων. Όταν επιστρέφει από την Βιβλιοθήκη, στο τέλος της ημέρας, είναι μόνο για να ξαναπιάσει δουλειά πολύ νωρίς το πρωί. Η γκουβερνάντα της οικογενείας, Helen Demuth, η επονομαζόμενη “Lenchen”, τον πιέζει να τρώει ένα πλήρες γεύμα την ημέρα. Μετά την εγκατάσταση των Μαρξ στο Λονδίνο, η Lenchen γεννά ένα αγόρι, αλλά δεν αποκαλύπτει το όνομα του πατέρα του παιδιού. Μάλλον ήταν ο Καρλ αν κρίνει κανείς από την ομοιότητα μεταξύ τους.

Αν στο “Κεφάλαιο”, που μόνο το πρώτο τεύχος θα ολοκληρωθεί και που θα δημοσιευθεί όσο είναι ακόμα εν ζωή (το 1876), ο Μαρξ παίρνει θέση υπέρ της χειραφέτησης των γυναικών, οι κόρες του θα μεγαλώσουν με βάση τις αρχές της μεσαίας τάξης της εποχής: μελετούν πιάνο, ζωγραφική, κάνουν ιππασία αλλά δεν λαμβάνουν καμμία επαγγελματική μόρφωση. Κατά το πρότυπο της μητέρας τους, βοηθούν τον πατέρα τους ως γραμματείς, και τον λατρεύουν -και ο Μαρξ, ή “γέρο Νικ” (παρατσούκλι του διαβόλου στην Αγγλία) όπως τον φωνάζουν τα παιδιά του, τις λατρεύει εξ ίσου.

Όσον αφορά τον πολιτικό ακτιβισμό, είναι ταγμένος στην επανάσταση, επενδύει τον χρόνο του στην Διεθνή Ένωση των εργαζομένων (“η πρώτη Διεθνής”), που ιδρύεται το 1864. Αλλά η οργάνωση, κάτω από εσωτερικές ιδεολογικές διαμάχες, γίνεται επισφαλής το 1872. Οι νοητικές και φυσικές δυνάμεις του Μαρξ – επιρρεπής σε φοβερές κρίσεις δοθιηνών (“η μπουρζουαζία θα θυμάται για καιρό τους καλόγερούς μου” έλεγε με χιούμορ) . Ο θάνατος της γυναίκας του και της μεγαλύτερης του κόρης θα εξαντλήσουν τις τελευταίες του δυνάμεις. Απεβίωσε στις 14 Μαρτίου του 1883. Έντεκα άτομα μόνο παρευρίσκονται στην κηδεία του, μεταξύ τους ο Έγκελς, που στον επικήδειο λόγο του, λέει αφήνοντας μια πνευματική κληρονομιά: “Όπως ο Δαρβίνος ανακάλυψε τον νόμο της εξέλιξης της ανθρώπινης φύσης έτσι και ο Μαρξ ανακάλυψε τον νόμο της ανθρώπινης ιστορίας”. Παραδόξως ο ίδιος ο Μαρξ δεν μπορεί να δεχτεί χωρίς ένα κατάλοιπο σκεπτικισμού αυτόν τον νόμο που είχε ο ίδιος ανακαλύψει. Στην σύζυγό του που μια μέρα του έκανε την παρατήρηση: ” Δεν μπορώ να σας φανταστώ σε μια εποχή κοινωνικής ισότητας και ισοπεδωτική, τόσο είστε εμποτισμένος με τις αριστοκρατικές κλίσεις και συνήθειες” απάντησε, “Μα ούτε και ‘γω. Οι καιροί θα ‘ρθουν, αλλά δεν θα είμαστε πια εδώ”.


Υ.Γ. Την μετάφραση έκανε η Φαίδρα Σίμιτσεκ

Notes:

  1. Σημ. Η «Μεγάλη Βραδιά» είναι μια έννοια κοινή στους μαρξιστές και αναρχικούς. Πρόκειται για μια επαναστατική τομή κατά την οποία όλα μπορούν να συμβούν. Ένα παλαιό καθεστώς πέφτει και εδραιώνεται μια καινούργια τάξη πραγμάτων.
  2. Kείμενο της Μarianna Lieder και μετάφραση στα γαλλικά του Pierre Rusch

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.