Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Σινεμά (1) | Το P&I θυμάται…

I can’t give up; I never learned how…
(«The Domino Principle», 1977)

Πριν ένα μήνα περίπου συμπληρώθηκε σχεδόν μισός αιώνας (49 χρόνια για την ακρίβεια) από τη δολοφονία του J.F. Kennedy (Dallas, 22 Νοέμβρη 1963) και το φιλμ του Stanley Kramer (γνωστού, μεταξύ άλλων, για τα High Noon (1952) / παραγωγή, The Defiant Ones (1958), Judgment at Nuremberg (1961), Guess Who’s Coming to Dinner (1967) κ.ά.), The Domino Principle (1977), όπως πολλά άλλα πριν και μετά από αυτό, αντανακλά τις απογοητεύσεις και ανασφάλειες της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στην ύπαρξη και τη -παρασκηνιακή- δράση του υπέρ/ παρά – κράτους.

Η δεκαετία των διαψεύσεων έχει προ πολλού εκπνεύσει, η εποχή της αθωότητας και των οραμάτων είναι ήδη πολύ μακρινή υπόθεση. Πολιτικές δολοφονίες (Kennedy x2, M.L. King κ.ά.), Vietnam, στα πανεπιστήμια γίνεται της -συμπαθέστατης κατά τα άλλα- Πόπης. Στη δε δεκαετία που θα τη διαδεχτεί, θα σκάσει και το σκάνδαλο Watergate και θα  δέσει το γλυκό! Τα τραύματα πολλαπλά, τα ρήγματα στο κοινωνικό και ψυχολογικό πεδίο δείχνουν ανεπανόρθωτα («Someday soon … there’ll be something to believe in…» τραγουδάει χαρακτηριστικά η Shirley Eikhard στο τραγούδι των τίτλων, αρχής και φινάλε).

Κι όμως η Αμερική θα επιβιώσει, επιστρατεύοντας τους τελευταίους της άσσους: τo αειθαλές, διαχρονικό, εξαιρετικά ανθεκτικό και βιώσιμο «American dream» (τόσοι και τόσοι συνεχίζουν βλακωδώς να υποτιμούν την επιρροή του στις μάζες μέχρι τις μέρες μας) και φυσικά η -συνεχής- ανάγκη συσπείρωσης απέναντι στον κοινό εχθρό (βρισκόμαστε πάντα σε συνθήκες «ψυχρού πολέμου»), θα αποδειχτούν ακατανίκητα συστατικά. Τα πράγματα θα πάρουν εντελώς κυνική διάσταση πια μεν, πλην όμως το θέμα είναι να γίνεται η δουλειά.

Και η Ιστορία αποδεικνύει ότι η δουλειά έγινε -και συνεχίζει να γίνεται- μια χαρά, αδιαφορώντας για τις μεταλλάξεις στο κοινωνικό πεδίο…

Εν πάσει περιπτώσει, το εν λόγω φιλμ – θρίλερ έχει πολλές και σημαντικές αδυναμίες, σε επίπεδο σεναρίου, καλλιτεχνικής διεύθυνσης κ.λ.π..  Προχειρότητα παραγωγής που δύσκολα καμουφλάρεται (βλ. ντεκόρ, εφέ ελάχιστα πειστικά, κακοφωτισμένες σκηνές κ.ά.), χαρακτήρες χωρίς δραματικό βάρος (η Candice μάλλον αμήχανη στο ρόλο της), σεναριακές αναληθοφάνειες (βλ. τμήμα πλοκής που αναπτύσσει τη -προσωρινή- διέξοδο που διασφαλίζει ο ήρωας, με την ομηρεία του στελέχους της οργάνωσης, τη δραπέτευση με το αεροπλάνο κ.λπ.) και υπερβολές (που θέτουν, φερ’ ειπείν, εν αμφιβόλω την ίδια τη σκοπιμότητα της απελευθέρωσης του πρωταγωνιστή: ο Tucker δεν θα υποκύψει στον εκβιασμό, ωστόσο η παρουσία του στη σεκάνς της δολοφονίας αποδεικνύεται περιττή καθώς η παρακρατική οργάνωση έχει προνοήσει για τα πάντα…).

Εν τούτοις διαθέτει «υλικά» που του προσδίδουν δυναμική και ενδιαφέρον, κρατώντας το ζωντανό στη μνήμη. Μερικές από τις πιο όμορφες στιγμές υπάρχουν στη παρακάτω σεκάνς του φινάλε. Ένας αόρατος, παντοδύναμος μηχανισμός (όπου έχει κανείς την αίσθηση ότι συνυπάρχουν υψηλόβαθμοι κρατικοί παράγοντες με εκπροσώπους μεγάλων οικονομικών συμφερόντων) που κινεί τα νήματα, μια (πολιτική;) δολοφονία κάποιου σημαίνοντος προσώπου, ένας ήρωας που θα προσπαθήσει να συνεργαστεί προκειμένου να κερδίσει την ελευθερία του αλλά η συνείδησή του αντιστέκεται. Ποτέ δεν θα λάβει απαντήσεις ως προς το «γιατί» των πραγμάτων που συμβαίνουν γύρω του, ούτε ο θεατής φυσικά, τα πάντα θα μείνουν στο σκοτάδι (η ανασφάλεια που λέγαμε πιο πάνω…).

Η ψευδαίσθηση της ελευθερίας (που φυσικά υπήρξε δανεική), το -αμαρτωλό- παρελθόν που είναι δεσμευτικό, δεύτερη ευκαιρία δεν πρόκειται να υπάρξει σ’ αυτή τη ζωή. Δεν υπάρχει πια τίποτα να υπερασπιστεί, πέρα από την αξιοπρέπειά του. Για άλλη μια φορά, η ηθική επιλογή του ατομικού ήρωα στο αμερικάνικο σινεμά, το αναπόφευκτο τίμημα. Ο Roy Tucker (του Gene Hackman) θα βαδίσει (στη κυριολεξία) συνειδητά στο θάνατο που μάλλον μοιάζει λυτρωτικός μετά από ό,τι έχει προηγηθεί. Λίγο πριν, για λόγους καθαρά ψυχολογικούς, ο σεναριογράφος θα «χαρίσει» στον ήρωά του μια στιγμή εκδίκησης –και στο θεατή μια αίσθηση κάποιας υποτυπώδους δικαιοσύνης. Σεναριακή «ευκολία» που δεν δικαιολογείται φυσικά, πέραν ίσως του γεγονότος ότι όλοι, ακόμα και τα στελέχη του μηχανισμού, είναι αναλώσιμα –και πρέπει να βγουν από τη μέση. Αυτό υποδηλώνει η -ανεξήγητη- δολοφονία του frontman (τον υποδύεται ο Richard Widmark) που έχει προηγηθεί…

Το συνταρακτικό «Ellieeeeee», το βλέμμα του ήρωα στην αποκάλυψη του ρόλου του φίλου του (τον υποδύεται ο Mickey Rooney), το «salami, cheese, pickles in the barrel». Ο εσωτερικός μονόλογος (από όπου και ο τίτλος τούτου του σημειώματος) με τη κάμερα να τον παρακολουθεί στο travelling πλάι στο νερό, γενικό πλάνο που ανοίγει, το όπλο που τον σημαδεύει. Τίτλοι τέλους, το υπέροχο «Someday Soon»…

O πάντα κοινωνικά ευαισθητοποιημένος σκηνοθέτης και παραγωγός Stanley Kramer (άσχετα αν πολλές από τις δουλειές του δεν άντεξαν στο χρόνο, θεωρούνται μάλλον ξεπερασμένες πια), στο τέλος της καλλιτεχνικής του διαδρομής (θα γυρίσει το τελευταίο του φιλμ δύο χρόνια αργότερα), χάνει την ευκαιρία να κλείσει με εντυπωσιακό τρόπο την καριέρα του, στη μνήμη κάποιων κινηματογραφόφιλων, ωστόσο, θα μείνει η περήφανη φιγούρα του Gene Hackman, στο ρόλο ενός βασανισμένου και εξ’ αρχής καταδικασμένου ήρωα. Όπως, φυσικά, το τραγούδι (σε μουσική του Billy Goldenberg και στίχους του Harry Shannon) που ερμηνεύει με μοναδικό τρόπο η Shirley Eikhard συνοδεύοντας τους τίτλους έναρξης και τέλους της ταινίας, σπαραχτικά ευαίσθητη στιγμή πριν τη ζοφερή πραγματικότητα που θα βιώσει σε λίγο ο πρωταγωνιστής.

Μου είναι δύσκολο να περιγράψω τον κόμπο που νιώθω στο στομάχι κάθε φορά που βλέπω την πρώτη φωτογραφία του πιτσιρικά (που είναι και η εικόνα με την οποία κλείνει το φιλμ). Μια ακολουθία φωτογραφιών που φτάνει μέχρι την ενηλικίωση του Roy Tucker, ενώ το πάζλ του ντόμινο υψώνει μαύρο τοίχο μπροστά του. Η προσμονή για ένα λαμπερό μέλλον που όμως είναι ναρκοθετημένο, μια ζωή κυριολεκτικά χαμένη –και χειραγωγημένη από το ξεκίνημά της. Η τραγική μοίρα ενός ανθρώπου (βετεράνου του Vietnam, φυλακισμένου για φόνο στο ξεκίνημα της ταινίας) που κονιορτοποιείται στις μυλόπετρες σκοτεινών μηχανισμών (και συνομωσιών), ενός ανθρώπου που κανείς δεν θα υπερασπιστεί, ενός ανθρώπου που η Ιστορία δεν θα μνημονεύσει: η μελαγχολική διάθεση δύσκολα κρύβεται, η δε αισιοδοξία (;) του στίχου και οι χαμογελαστές πόζες υπονομεύονται (και ακυρώνονται) οριστικά στο «σκληρό», όσο και εκφραστικό βλέμμα του κοντινού του ηθοποιού…

«Someday Soon», όπως λέμε: Ποτέ…

Σκηνοθεσία: Stanley Kramer (1913 – 2001)

Παραγωγή: Stanley Kramer

Σενάριο: Adam Kennedy
(διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος του ίδιου)

Δ/νση Φωτογραφίας: Fred J. Koenekamp
Ernest Laszlo

Μουσική: Billy Goldenberg

Διανομή: Gene Hackman
Richard Widmark
Candice Bergen
Mickey Rooney
Edward Albert
Eli Wallach

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.