Έχετε δημιουργική σκέψη; Σας αρέσει να μοιράζεστε τις γνώσεις σας και να διευρύνετε τους ορίζοντές σας; Αν ναι, τότε το People & Ideas είναι για σας. Μπορείτε απλώς να γίνετε αναγνώστης του ή να κάνετε ένα παραπάνω βήμα: να γίνετε επιμελητής περιεχομένου ή δημιουργός περιεχομένου. Έτσι παρακολουθείτε, δημιουργείτε, βιώνετε και μεταδίδετε την μάθηση αεί διδασκόμενοι προς όφελος όλων.

Ανεμώλια του Ισίδωρου Ζουργού

Deux_amis_au_café_1976

Έπη «Ανεμώλια» είναι τα λόγια του ανέμου, τα μάταια, και επίσης ο τίτλος ενός μυθιστορήματος του Θεσσαλονικιού συγγραφέα Ισίδωρου Ζουργού.

Το βιβλίο αυτό μου το έδωσε με ενθουσιασμό ένας γνωστός μου, λέγοντάς μου ότι περιγράφει πολύ ωραία την ανδρική φιλία – κάτι που εγώ ως γυναίκα δεν μπορώ βέβαια να γνωρίζω. Είχα ήδη ακούσει, όμως, πολλά για τον Ζουργό και είχα περιέργεια να διαβάσω κάτι δικό του. Στο εξώφυλλο είδα ότι είχε φτάσει ήδη σε πωλήσεις στην 19η χιλιάδα και ο αριθμός αυτός μου προκάλεσε δέος!

Το μυθιστόρημα απηχεί τις περιπέτειες των ηρώων του Ομήρου σε μια σύγχρονη ιστορία μιας παρέας ανδρών που γνωρίζονται από το σχολείο και αποφασίζουν ν’αφήσουν την συμβατική ζωή τους σε μια χρονική στιγμή που όλοι τους αισθάνονται κουρασμένοι, αποτυχημένοι, αντιμετωπίζουν με λίγα λόγια κρίση μέσης ηλικίας και αισθάνονται ότι χρειάζονται καθαρό αέρα και μια νέα αρχή.

Δεν θα πω περισσότερα για την πλοκή για να μην χαλάσω την έκπληξη σε όποιον θα ήθελε να διαβάσει το βιβλίο.

Θα κάνω απλώς μερικές παρατηρήσεις για το ύφος και τη γλώσσα του συγγραφέα, αν και ξέρω πως για γλωσσικά παραπτώματα ευθύνονται συχνά οι επιμελητές.

Στην ζωή αλλά και στον μύθο, ο αφηγητής που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ο Ζουργός-Οδυσσέας είναι εκπαιδευτικός, και μας δηλώνει ότι προτρέπει πάντα τους μαθητές του να έχουν ορθοέπεια, δηλαδή να μιλάνε σωστά. Όμως στο κείμενο βρίσκουμε Υπερίονα αντί για Υπερίωνα, Στρυμόνα αντί Στρυμώνα, υπέρ του δέοντος αντί για υπέρ το δέον, χνότο αντί για χνώτο, και προοιώνιζε αντί για προοιωνιζόταν. Κι ένα ακόμα λάθος: ήχο κλίσης αντί για ήχο κλήσης.

Όσο για το ύφος, υπάρχουν υπερβολικά πολλές παρομοιώσεις που ούτε ο Όμηρος δεν θα τις ήθελε. Μερικές μάλιστα είναι ανεπιτυχείς όπως σ’αυτή τη φράση:

Τα παπούτσια μας, αντρόγυνο αχώριστο, τα βαστούσαμε στα χέρια μας και τα κορδόνια τους κρέμονταν στο φεγγαρόφωτο σαν τα μουστάκια της γαρίδας.

Φυσικά, για να μην τον αδικώ, έχει και μερικές ωραίες μεταφορές, όπως εδώ:

Ήσουν πολύ νέα κι όμορφη τότε, σαν εμάς, όλος ο κόσμος ήταν έτσι καινούριος, αφόρετος.

Προκειμένου να φτιάξει ένα βιβλίο, το οποίο θα έχει τη δομή ενός ομηρικού έπους, εισάγει πάρα πολλά πρόσωπα, που δεν είναι όλα απαραίτητα για την οικονομία του έργου. Ποιός ο λόγος, φερ’ειπείν, να υπάρχει και Στάσα και Ναντίν και Καλυψώ; Μια τέτοια γυναικεία μορφή που αντιπροσωπεύει την ομηρική Καλυψώ θα ήταν αρκετή. Ποιός ο λόγος να υπάρχει και Λάμπρος και Μιχάλης; Πόσες μορφές από την παιδική ηλικία του αφηγητή χρειάζεται ο αναγνώστης;

Και πόσες άραγε φορές χρειάζεται να επαναληφθεί ο χαρακτηρισμός «άναξ ανδρών» που συνοδεύει τον έναν από τους αδελφούς Χριστοδούλου, για να καταλάβουμε ότι αναφέρεται στον Αγαμέμνονα;

Στα αρνητικά του βιβλίου συγκαταλέγω επίσης το ότι καταφεύγει με ευκολία στο δράμα για να μας συγκινήσει. Ειδικά μια ιστορία για ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα και μια άλλη με ένα άρρωστο παιδί, θεώρησα ότι θα μπορούσαν να λείπουν. Ο αναγνώστης μπορεί να συγκινηθεί και με πιο διακριτικό τρόπο.

Τέλος, επαναλαμβάνονται εδώ ξεπερασμένα στερεότυπα τύπου παιδί του λαού – Νίκος Ξανθόπουλος, που μπλέκει με την πλούσια αριστοκράτισσα :

Η Ντόρα, η γυναίκα του Μυκηναίου, δεύτερη σύζυγος που μπήκε ανάμεσά μας, έβρισκε τη Βίκυ αρκετά εξωτική. Ταϊσμένη στο χέρι σαν σκυλίτσα ράτσας απ’τον νεόπλουτο πατέρα της, πηδώντας όλη της τη ζωή από καναπέ σε καναπέ, κολέγιο-πανεπιστήμιο-εργοστάσιο, θα μπορούσε να αφιερώσει το πολύ δυο τρεις συναντήσεις κάθε χρόνο στον Στάθη και στη γυναίκα του. Σε κάποια γεύματα στο σπίτι της, μονοκατοικία με αγάλματα και τζάκι από όνυχα, όλοι μας πάντα νιώθαμε άβολα. Ο πατέρας της καθόταν συνέχεια μαζί μας κι έπινε ακριβό κρασί αραιωμένο με κόκα κόλα.

Αποτυπώνεται δηλαδή όλη η ελληνική μιζέρια, η επαρχιακή και των μεγάλων πόλεων, από τη μια η υπάρχουσα πράγματι κακογουστιά των νεόπλουτων, αλλά και από την άλλη τα «καλά παιδιά» σαν τον συγγραφέα και τους φίλους του, τα φτωχόπαιδα που έμπλεξαν με τις πλούσιες, και έτσι περιγράφεται αλλά και συντηρείται αυτός ο φαύλος κύκλος της μιζέριας, λες και δεν υπάρχει άλλη πραγματικότητα.

Στα καλά του βιβλίου είναι ο πυρήνας της ιστορίας που έχει ενδιαφέρον. Οι ήρωες έχουν ο καθένας τη δική του προσωπικότητα, ένας είναι εσωστρεφής Οδυσσέας, άλλος είναι εξωστρεφής Αγαμέμνων, άλλος σιωπηλός Μενέλαος, κάπου υπάρχει μια μοιραία ωραία Ελένη και κάπου αλλού μια σαγηνευτική Καλυψώ. Πίσω έχει μείνει μια σύγχρονη Πηνελόπη, ένας Τηλέμαχος, ένας Λαέρτης ενώ αναμιγνύεται στην πλοκή και η ιστορία του Πρωτεσίλαου καθώς και το όνομα του Θερσίτη.

Συμπερασματικά θα πω ότι δεν ξετρελάθηκα αλλά δεν το απορρίπτω κιόλας.

Ει μη τι άλλον, το μυθιστόρημα μου έδωσε μια ώθηση να ξαναδιαβάσω τον Όμηρο.

Λητώ Σεϊζάνη

Η Λητώ Σεϊζάνη είναι μεταφράστρια και συγγραφέας. Έχει σπουδάσει Ιταλική φιλολογία και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές μετάφρασης. Έχει εργαστεί σαν μεταφράστρια σε διάφορα περιοδικά και σε έναν τηλεοπτικό σταθμό. Έχει δημοσιεύσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, έργα των Τόμας Χάρντυ και Τζοβάννι Βέργκα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και το πρώτο της παιδικό βιβλίο με τίτλο "Η έξυπνη πριγκίπισσα". Συνεργάζεται από την αρχή με το P&I ως επιμελήτρια και αρθρογράφος. Μπορείτε να διαβάσετε κείμενά της στο site της.

Σχολιάστε το άρθρο

Αφήστε ένα σχόλιο

Σας άρεσε το άρθρο; Πείτε μας τη γνώμη σας.